Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος της Ελλάδας (1897 -1978). 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης.

21.11.2011

Νόμος ΒΦΙΘ (2519) ΦΕΚ/Α/28/23.12.1898 περί συστάσεως τού Διεθνούς ‘Ελέγχου.

Κατεβάστε το ‘εδώ : Νόμος ΒΦΙΘ (2519) ΦΕΚ/Α/28/23.12.1898 περί συστάσεως τού Διεθνούς ‘Ελέγχου.pdf

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ) ονομαζόταν ο έλεγχος των δημοσίων οικονομικών της Ελλάδας που επιβλήθηκε από Ευρωπαϊκές χώρες που δάνεισαν την Ελλάδα το φθινόπωρο του 1897 ενώ αυτή είχε χρεοκοπήσει τέσσερα χρόνια πριν, με στόχο την αποπληρωμή των χρεών της προς τους πιστωτές της. Τον έλεγχο εκτελούσε μια εξαμελή επιτροπή, η Διεθνής Οικονομική Επιτροπή (Commission Internationale Financière de la Grèce), με μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα από το 1897 μέχρι το 1978, για 81 χρόνια.

Υπόβαθρο – διεθνής πρακτική

Λίγα χρόνια πριν, σε παρόμοια οικονομική κατάσταση είχε βρεθεί και η Τυνησία η οποία χρεοκόπησε το 1869. Για την είσπραξη των χρεών της, είχε συστηθεί Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος στην Τυνησία από τους πιστωτές της (Γαλλία – Βρετανία – Ιταλία), η Commission Financière Internationale. Η επιτροπή αυτή είχε αναλάβει (όπως αργότερα και η Commission Internationale Financière στην Ελλάδα) την διαχείριση των οικονομικών του κράτους για την εξασφάλιση της αποπληρωμής των χρεών της Τυνησίας.

Αντίστοιχα, στάση πληρωμών είχε κηρύξει και η Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1876, η οποία τελικά συμφώνησε το 1881 με το Διάταγμα του Μουχαρέμ στη δημιουργία του Συμβουλίου για τη Διαχείριση του Οθωμανικού Χρέους (Council of the Administration for the Ottoman Public Debt – CAOPD), ενός εισπρακτικού οργανισμού με 5.000 υπαλλήλους, με πάνω από είκοσι γραφεία στις επαρχίες της αυτοκρατορίας από την Υεμένη μέχρι τη Θεσσαλονίκη και πλήρη ελευθερία στις αποφάσεις του τρόπου συλλογής χρεών, οι οποίοι απέδιδαν τα χρέη στους πιστωτές της χώρας[1].

Η χρεοκοπία της Ελλάδας και η ήττα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897

Το 1893 ο Χαρίλαος Τρικούπης κατά την τελευταία πρωθυπουργία του κήρυξε πτώχευση. Τότε επιβλήθηκε μερικός έλεγχος από τους πιστωτές, που ήταν τυπικός κι όχι ουσιαστικός χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης στα ελληνικά δημόσια οικονομικά.

Η εμπλοκή όμως της χρεοκοπημένης Ελλάδας σε σύρραξη με την Τουρκία το 1897, στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, βρήκε την Ελλάδα σε εξαιρετικά δυσχερή θέση με τον ελληνικό στρατό ανίκανο να αντιπαραταχθεί στα οθωμανικά στρατεύματα, που είχαν καταλάβει τη Θεσσαλία και τμήμα της Στερεάς Ελλάδας. Η Συνθήκη Ειρήνης της 20ης Σεπτεμβρίου 1897 στην οποία εξαναγκάστηκε η Ελλάδα ως ηττημένη, προέβλεπε πολεμική αποζημίωση των τεσσάρων εκατομμυρίων τουρκικών λιρών της οποίας την άμεση καταβολή απαιτούσε η Υψηλή Πύλη. Η Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη υποχρεώθηκε σε διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές της Ελλάδας για επιπλέον δανεισμό (ενώ πριν τέσσερα χρόνια τους είχε ήδη δηλώσει ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τα ήδη χρωστούμενα δάνεια). Οι διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης οδήγησαν στην επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ) για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας που να εξασφαλίζει στους πιστωτές την αποπληρωμή και των παλαιότερων αλλά και των νέων δανείων τους.

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος: Οι όροι δανεισμού

Οι διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των πιστωτών (Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Γερμανίας, Ρωσίας, Ιταλίας)[2] ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 1897 και κατέληξαν στη σύνταξη και ψήφιση του νόμου ΒΦΙΘ/23-2-1898[3] σύμφωνα με τον οποίο εγκαθιδρύθηκε η επιτροπή οικονομικού ελέγχου (Διεθνής Οικονομική Επιτροπή), που σύντομα μετονομάστηκε σε Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος 1898.

Η συμφωνία με τους πιστωτές προέβλεπε[4]:

1. Χορήγηση δανείου πολεμικών επανορθώσεων και του «οικονομικού δανείου»

Εκχωρήθηκε εγγυημένο δάνειο 151,3 εκατ. φράγκων, από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην Ελλάδα. Το δάνειο λήφθηκε προκειμένου να καταβληθούν στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι αποζημιώσεις, που υποχρεώθηκε να καταβάλει η Ελλάδα στην Τουρκία συνολικού ύψους 93,9 εκατ. φράγκων, το υφιστάμενο κρατικό χρέος ύψους 31,4 εκατ. φράγκων, το έλλειμμα του ελληνικού δημοσίου για το έτος 1897 ύψους 22,5 εκατ. φράγκων και οι δαπάνες έκδοσης του δανείου (προμήθειες τραπεζών μεσιτικά, χαρτόσημα) ύψους 3,5 εκατ. φράγκων.

2. Υποθήκευση φορολογικών εσόδων ώστε να εξασφαλισθεί η αποπληρωμή των δανείων

Για να επιτευχθεί η εξυπηρέτηση του χρέους ο ΔΟΕ απέκτησε τακτικές πηγές εσόδων και αξιολογούσε τις κρατικές υπηρεσίες για την αποδοτικότητα και την φοροεισπρακτική τους ικανότητα. Έτσι στο ΔΟΕ αποδίδονταν τα έσοδα των μονοπωλίων αλατιού, πετρελαίου, σπίρτων, τραπουλόχαρτων, τσιγαροχάρτων και σμυρίδας Νάξου, ο φόρος καπνού, τα τέλη χαρτοσήμου και οι δασμοί του τελωνείου Πειραιά.

3. Αναδιάρθρωση του χρέους

Η Διεθνής Οικονομική Επιτροπή στην Ελλάδα

Ο Δ.Ο.Ε. διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, αλλά από τις αρχές του ’30 είχε όλο και περισσότερο μειωμένη επίδραση στις αποφάσεις της χώρας, μέχρι τον οριστικό τερματισμό του το 1978.

Αρχικά έδρα του ήταν το σημερινό Μέγαρο της Προεδρίας της Δημοκρατίας, που είχε αναγερθεί για τις ανάγκες της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής, πίσω από το τότε παλάτι του Διαδόχου, στη συμβολή των οδών Βασιλέως Γεωργίου (τότε ονομαζόταν Διοχάρους) και Στησιχόρου.[5]

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλαίσιο Οικονομικής και Πιστωτικής Συνθήκης του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ελλάδα του 1946 που υπέγραψε από τη μεριά της Ελλάδας ο Εμμανουήλ Τσουδερός, Β΄Αντιπροέδρος υπουργικού συμβουλίου και υπουργός Συντονισμού της Κυβέρνησης Θεμιστοκλή Σοφούλη του 1945 και από τη πλευρά του Ηνωμένου Βασιλείου ο Έρνεστ Μπέβιν (Ernest Bevin), υπουργός Εξωτερικών (Foreign Secretary) στις 24 Ιανουαρίου 1946, το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε «έτοιμο, σε συμφωνία με τη Γαλλική Κυβέρνηση, να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ελληνική Κυβέρνηση για την λήξη των δραστηριοτήτων της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής του 1898»[6].

Πριν την κατάργησή της το 1978 η Διεθνής Οικονομική Επιτροπή είχε έδρα στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ, στο Κολωνάκι[5].

Η Διεθνής Οικονομική Επιτροπή καταργήθηκε το 1978, με κοινή αποδοχή των συμβαλλομένων μερών[7].

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AE%CF%82_%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%88%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CF%87%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1%CF%82_1898

Η τρόικα ήρθε για να μείνει: Την προηγούμενη φορά κάθισε 80 χρόνια!

(Το 1978, όταν καταργήθηκε η Διεθνής Οικονομική Επιτροπή στεγαζόταν στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ. Η φωτογραφία έχει ληφθεί τις ημέρες που εκδόθηκε ο νόμος για την κατάργησή της)

Αναμφισβήτητα η ελληνική φιλοξενία είναι παροιμιώδης, γεγονός που αποδεικνύεται από την προτίμηση που δείχνει για τη χώρα μας το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι ελεγκτές του. Οι εκπρόσωποί του φαίνεται πως δεν μπορούν να ζήσουν μακριά από τον αττικό ουρανό. Γι’ αυτό την προηγούμενη φορά που μας επισκέφθηκαν –με την ονομασία Διεθνής Οικονομική Επιτροπή- έμειναν ογδόντα (80) ολόκληρα χρόνια, από το 1898 έως το 1978! Η σελίδα αυτή της
οικονομικής μας ιστορίας παραμένει ακατάγραφη, όπως και πολλές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειές της.

(Η μεταλλική πινακίδα που κοσμούσε την είσοδο του κτιρίου)

Είναι γνωστό ότι την προηγούμενη φορά που μας επιβλήθηκε «Έλεγχος» ήταν το 1898. Ήδη, από το 1893 ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε κηρύξει την περίφημη πτώχευση και τέσσερα χρόνια αργότερα (1897) η Ελλάδα βγήκε ηττημένη από τις εχθροπραξίες με την Τουρκία. Με εντυπωσιακή εμμονή των Γερμανών επιβλήθηκε στην Ελλάδα ο διεθνής έλεγχος ως όρος για την εξασφάλιση της ειρήνης. «Αμ’ έπος αμ’ έργον» εκδίδεται ο Νόμος ΒΦΙΘ’ και τον Απρίλιο κιόλας του 1898 εγκαθίσταται στην Αθήνα η… τρόικα της εποχής.

Στις θέσεις των σημερινών κ.κ. Σερβάας Ντερούζ, Πόουλ Τόμσεν και Κλάους Μαζούχ ήταν οι αείμνηστοι Τέστα (Γερμανός), Λετάν (Γάλλος) και Λόου (Αγγλος). Μόνον που τότε οι κυβερνήσεις είχαν φανεί πιο γαλαντόμες και για να μην ταλαιπωρούν τους υψηλούς ελεγκτές μας φρόντισαν να τους κτίσουν και ιδιαίτερο Μέγαρο. Διάλεξαν δε μία από τις καλύτερες τοποθεσίες, πίσω από το τότε παλάτι του Διαδόχου, που δεν ήταν άλλο από το σημερινό Μέγαρο της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Πρόκειται για το ακίνητο που σήμερα καταγράφεται στο Κτηματολόγιο της Προεδρίας της Δημοκρατίας και βρίσκεται στη συμβολή των οδών Βασιλέως Γεωργίου (τότε ονομαζόταν Διοχάρους) και Στησιχόρου και ανεγέρθηκε για τις ανάγκες της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής! Μάλιστα, η ανέγερσή του βάφτηκε με αίμα, αφού κατά την ανατίναξη φουρνέλου (1901) τραυματίστηκε ένας σαραντάχρονος εργάτης, δίνοντας αφορμή για συζητήσεις.

(Σαρκαστική γελοιογραφία από τον «ΝΕΟ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ». Ο Χαρίλαος Τρικούπης, που εμφανίζεται ως καραγκιόζης επί χοίρου, δεν βρισκόταν στη ζωή όταν η Ελλάδα πλήρωνε το τίμημα της χρεοκοπίας του. Το γουρούνι συμβόλιζε τον χειμαζόμενο λαό)

Δεκάδες ήταν οι περιπέτειες στις οποίες υποβλήθηκε το ελληνικό κράτος, ακόμη και σε ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές. Όπως το 1922, όταν η κυβέρνηση Δ. Γούναρη για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του στρατού που μαχόταν στη Μικρά Ασία εξέδωσε 550 εκατομμύρια σε χαρτονομίσματα, χωρίς τη συγκατάθεση των τροϊκανών. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Ο «Ελεγχος» εξανέστη, απαίτησε «ζεστό» χρήμα από τον αρμόδιο υπουργό Οικονομικών Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, ο οποίος δεν πρόλαβε να αντιδράσει, αφού μαζί με τον πρωθυπουργό και τέσσερις ακόμη συναδέλφους του εκτελέστηκαν στο Γουδή. Βρέθηκαν βέβαια άλλοι για να εξυπηρετήσουν τις απαιτήσεις του «Ελέγχου».

Λίγα χρόνια αργότερα τους «τάραξε» ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος κήρυξε στάση πληρωμών την 1η Μαϊου 1932, ως απόρροια της οικονομικής κρίσης του προηγούμενου χρόνου. Οι τροϊκανοί της εποχής εξανέστησαν εκ νέου και μαζί τους σχεδόν όλη η Ευρώπη αλλά και η Αμερική! Χαρακτηριστική είναι έκθεση που έστειλε ο πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο (1935), γράφοντας: «Η συζήτησίς μου με τους εμπειρογνώμονας υπήρξεν εξόχως διαφωτιστική. Το Φορέϊν Οφφις πνέει μένεα εναντίον μας»!

Όπως αποκάλυψε ο Α. Σβώλος, το 1942, μεσούσης της Κατοχής, η βρετανική κυβέρνηση είχε δηλώσει εγγράφως προς τον πρόεδρο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης Εμμ. Τσουδερό ότι ήταν σύμφωνη με την κατάργηση του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Όταν η ελληνική «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» βρισκόταν στην Ιταλία (Νοέμβριος 1944) απέρριψε την άφιξη στην υπό απελευθέρωση Ελλάδα του Huge Jones, που ήταν ο τελευταίος προπολεμικός αντιπρόσωπος της Αγγλίας στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο των Αθηνών. Αποφασίστηκε να έρθει μόνο για την τακτοποίηση υπηρεσιακών θεμάτων, άποψη που ασπάστηκε και η βρετανική κυβέρνηση. Εν τω μεταξύ, ο «Ελεγχος» εγκατέλειπε το ακίνητο της οδού Στησιχόρου και «βολευόταν» με την υπηρεσία του σε μικρότερες –αλλά εξίσου πολυτελείς– εγκαταστάσεις.

Μετά την απελευθέρωση ήρθε στην Αθήνα ο Huge Jones και περιορίστηκε στην παράκληση να μην απολυθεί το προσωπικό και να μεταταχθεί σε δημόσιες υπηρεσίες. Έγιναν και οι συνεννοήσεις με τις υπηρεσίες για να παραληφθούν τα υπάρχοντα στις αποθήκες προϊόντα. Αλλά, ως εκ θαύματος, ο Έλληνας αντιπρόσωπος που παραβρέθηκε στη Διάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων (1946) συνηγόρησε υπέρ της παραμονής του «Ελέγχου», με αποκλεισμό μόνον της Ιταλίας. Έτσι, μας ξέμεινε πάλι Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος στην Αθήνα!

Αλλά η μακρά σειρά των διατυπώσεων που ζητούσε ο «Έλεγχος» προβλημάτιζε τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις. Υπουργεία και υπηρεσίες διαμαρτύρονταν διαρκώς για τις δυσχέρειες που παρουσιάζονταν στη διοίκηση με τα περίφημα «ένσημα» του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.

Μέχρι που ο Σοφοκλής Βενιζέλος –το 1951– από το βήμα της Βουλής δήλωνε πως ο Έλεγχος «θεωρείτο ουσιαστικώς κατηργημένος». Αλλά μόνον κατηργημένος δεν ήταν, αφού ταλάνισε την ελληνική οικονομία και πραγματικότητα για 27 ολόκληρα χρόνια ακόμη.

Το τέλος εκείνης της ογδοηκονταετούς περιπέτειας δόθηκε με νόμο που εξέδωσε ο αείμνηστος Θανάσης Κανελλόπουλος το 1978. Επιστρατεύοντας τη «σπιρτάδα» και το χιούμορ του στο έγγραφο που απέστειλε στη Βουλή έγραφε ότι με το νομοσχέδιο για τη διάλυση της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής όχι μόνον δεν προκαλείτο δαπάνη εις βάρος του Προϋπολογισμού, αλλά πραγματοποιούνταν οικονομίες περίπου τετρακοσίων χιλιάδων δραχμών που αντιστοιχούσαν στα έξοδα λειτουργίας της (ενοίκιο, κοινόχρηστα, φωτισμός, τηλέφωνα κ.ά.)

Πηγή : http://mikros-romios.gr/?p=516

25.04.2010

Μετά την πτώχευση του 1893, όλες οι Ελληνικές Κυβερνήσεις που ακολούθησαν, προσπάθησαν να έρθουν σε συμβιβαστική συμφωνία με τους δανειστές χωρίς αποτέλεσμα, καθώς οι ξένοι αυτοί κεφαλαιούχοι και τραπεζίτες τηρούσαν σκληρή στάση απαιτώντας την άμεση καταβολή όλου του χρέους. Οι ξένοι κεφαλαιούχοι που είχαν αγοράσει το Ελληνικό χρέος στηρίζονταν από τις κυβερνήσεις τους και περισσότερο από την Γερμανία, την Αγγλία και την Γαλλία που πίεζαν την Ελλάδα να φανεί συνεπής.

Είναι αδιαμφισβήτητο Ιστορικά πως η Ελλάδα εξωθήθηκε στον ατυχή πόλεμο του 1897 από την Γερμανία Κάιζερ Γουλιέλμου ΙΙ, η οποία προεξοφλώντας την Ελληνική ήττα αρχικά στήριξε με θέρμη τις Ελληνικές απόψεις για την ανεξαρτησία της Κρήτης, αλλά μετά την συντριβή του Ελληνικού στρατού, αξίωνε την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην Ελλάδα.

Οι Μεγάλες δυνάμεις επενέβησαν για να σταματήσει ο πόλεμος του 1897, επιδικάζοντας στην Ελλάδα να πληρώσει αποζημίωση 95.000.000 χρυσά φράγκα στην οθωμανική Αυτοκρατορία, ποσό μεγάλο για την εποχή εκείνη που η Ελληνική κυβέρνηση δεν υπήρχε περίπτωση να το εξασφαλίσει χωρίς εξωτερικό δανεισμό. Η Ελλάδα αναγκάστηκε να δεχτεί τους δυσμενείς αυτούς όρους της αρχικής συμφωνίας που υπογράφτηκε ως συνθήκη ειρήνης τον Σεπτέμβριο του 1897.

Στο άρθρο 2 της συνθήκης προβλεπόταν πως η καταβολή της αποζημίωσης δεν θα καθυστερούσε την ικανοποίηση των παλαιών δανειστών της Ελλάδος και προέβλεπε την ίδρυση επιτροπής Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου από αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Επιτροπή αυτή θα βρίσκονταν μονίμως στην Αθήνα και θα επέβλεπε την τήρηση των συμφωνιών, την εξόφληση των δανειστών της Ελλάδας και την καταβολή της αποζημίωσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Να σημειωθεί ότι η συνθήκη ειρήνης αφορούσε τον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο και προκαλεί απορία πως οι Μεγάλες Δυνάμεις «χώρεσαν» το παραπάνω άρθρο. Αλλά όχι μόνο αυτό. Με απροκάλυπτη ωμότητα η συνθήκη αυτή περιείχε την πρωτοφανή ρήτρα πως η Ελληνική Κυβέρνηση όφειλε να εξασφαλίσει την υπερψήφιση των όρων της συνθήκης από την Ελληνική βουλή!

Τον Οκτώβριο του 1897 έφτασαν στην Αθήνα οι απεσταλμένοι των Μεγάλων Δυνάμεων για την επιβολή των όρων της συνθήκης Ειρήνης. Η Ελληνική Κυβέρνηση υπό τον Ζαίμη προσπάθησε να διαπραγματευθεί και να πετύχει κάποιο συμβιβασμό που θα μείωνε την επέμβαση των ξένων στην διοίκηση του κράτους, αλλά τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά, λόγω κυρίως την αρνητικής στάσης των Γερμανών απεσταλμένων. Αντιθέτως οι Βρετανοί και οι Ιταλοί έδειξαν κάποια κατανόηση στις Ελληνικές ευαισθησίες.

Το τεχνοκρατικό τμήμα της δουλειάς της διεθνούς επιτροπής ελέγχου ολοκληρώθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1898. Ο νόμος που συνέταξε η εξαμελής αυτή επιτροπή ψηφίστηκε από την Ελληνική βουλή στις 21 Φεβρουαρίου 1898 και επισήμως η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου ανέλαβε την οικονομική διοίκηση της Ελλάδας στις 28 Απριλίου 1898. Η πρώτη απόφαση της Επιτροπής ήταν να χρησιμοποιήσει τις βασικότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές της Χώρας για την εξόφληση του Χρέους.

Έτσι εκχωρήθηκαν οι κάτωθι πηγές εσόδων:

1. Κρατικά μονοπώλια άλατος, πετρελαίου, σπίρτων, παιγνιοχάρτων, σμύριδος, σιγαροχάρτου………………………………………………………….12.300.000 δρχ
2. Φόρος καπνού……………………………………………………….6.600.000 δρχ
3. Τέλη χαρτοσήμου………………………………………………….10.000.000 δρχ
4. Δασμοί τελωνείου Πειραιώς…………………………………..10.700.000 δρχ

Σε περίπτωση που δεν επιτυγχάνονταν τα ποσά αυτά προβλέπονταν επικουρικά τα εξής:

1. Δασμοί τελωνείου Λαυρίου…………………………………….1.500.000 δρχ
2. Δασμοί τελωνείου Πατρών……………………………………..2.400.000 δρχ
3. Δασμοί τελωνείου Βόλου………………………………………..1.700.000 δρχ
4. Δασμοί τελωνείου Κέρκυρας……………………………………1.600.000 δρχ

Όροι που επιβλήθηκαν από τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο

Τα χρωστούμενα δάνεια χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με την παλαιότητα τους και υπολογίστηκε τόσο ο τόκος για τα 4 έτη της πτώχευσης που η Ελλάδα δεν αναγνώριζε, αλλά επιβλήθηκε και επιπλέον ένα χαμηλό επιτόκιο ως την πλήρη αποπληρωμή τους. Στην Ελλάδα επιβλήθηκε επίσης μια ισοτιμία της δραχμής προς τα ξένα νομίσματα (ευνοϊκή για τους δανειστές προφανώς) και επίσης της αφαιρέθηκε το δικαίωμα της τύπωσης χαρτονομίσματος.

Το υπερβολικότερο όλων όμως θεωρώ πως ήταν ότι η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου έθεσε υπό τον έλεγχο της και τις προσλήψεις, τις μεταθέσεις και προαγωγές των υπαλλήλων του στενού Δημοσίου τομέα. Ουσιαστικά η Ελληνική Εθνική κυριαρχία είχε πάψει να υφίσταται ενώ ο Ελληνικός λαός εργαζόταν στην κυριολεξία υπό ένα ιδιότυπο και πρωτόγνωρο καθεστώς Ευρωπαϊκής αιχμαλωσίας. Φυσικά ο Ελληνικός στρατός υπήρχε μόνο στα χαρτιά, καθώς δεν υπήρχαν πόροι για την συντήρηση του, δεν αγοραζόταν πολεμικό υλικό, δεν γίνονταν ασκήσεις και η στρατιωτική θητεία είχε ελαχιστοποιηθεί.

Όταν λειτούργησε η επιτροπή του Ελέγχου, οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις χορήγησαν νέο δάνειο 170.000.000 χρυσών φράγκων ώστε η Ελλάδα να πληρώσει την πολεμική αποζημίωση στην Τουρκία για την πολεμική της ήττα και να αντιμετωπίσει το τρέχον υψηλό της έλλειμμα…

Αποτελέσματα του Διεθνούς Ελέγχου στην Ελληνική οικονομία και κοινωνία

Η Εθνική ταπείνωση που υπέστησαν πραγματικά δεν είχε προηγούμενο και τονίστηκε από τον Τύπο της εποχής με μελανά χρώματα. Η ισχυροποίηση της δραχμής που επιβληθήκε και η δυσχέρεια του κράτους να επενδύσει έπληξε την Ελληνική παραγωγικότητα και ανάπτυξη. Κυρίως δοκιμάστηκαν οικονομικά τα μικροαστικά κρατικοδίαιτα κοινωνικά στρώματα που ενδυνάμωσαν το ρεύμα μετανάστευσης προς την Αμερική.

Ως θετικά μπορούμε να αναφέρουμε την πλήρη εξυγίανση του τραπεζικού τομέα και της Εθνικής τράπεζας, αλλά και την αναγκαστική δημοσιονομική πειθαρχία που επέδειξε η Ελλάδα που έμαθε να λειτουργεί χωρίς ξένη υποστήριξη στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις και έσοδα.

Είναι αναμφίβολο πως στα σκληρά και αποικιοκρατικά μέτρα του Διεθνούς Ελέγχου στηρίχθηκε η Ελληνική ανάπτυξη και Εθνική Αναγέννηση που ακολούθησε την πρώτη δεκαετία του 2ο0υ αιώνα που οδήγησε στους ένδοξους Βαλκανικούς πολέμους, άλλη μια επιβεβαίωση πως οι ανείπωτες δοκιμασίες δεν λυγίζουν αλλά χαλυβδώνουν και φανερώνουν το μέταλλο και τον χαρακτήρα ενός λαού.

Πηγές

Συλλογικό έργο, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδόσεις «Εκδοτική Αθηνών»

Κώστας Κωστής, Η ανάπτυξη της ελληνικής Οικονομίας τον 19ο Αιώνα, εκδόσεις «αλεξάνδρεια»

Αλέξης Φραγκιαδής, Ελληνική οικονομία 19ος-20ος Αιώνας, εκδόσεις «Νεφέλη»

Άρθρο του κ. Γιάννη Σιάτρα

Άρθρο στο φιλικό ιστολόγιο olympia.gr

Αναδημοσίευση από : http://tvxs.gr/news/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF/%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AE%CF%82-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CF%87%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-1898-%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9

Πηγή : http://www.istorikathemata.com/

ο Χ. Τρικούπης στο βήμα της Βουλής.

02.05.2010

Από τη χρεοκοπία του 1893 στο Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο.

Στην μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας από τη χρεοκοπία του 1893 στην ανασυγκρότηση του 1909, κομβικό σημείο υπήρξε ασφαλώς η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, τον Φεβρουάριο του 1898, ως παρεπόμενο της αδυναμίας εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους.

Η ραγδαία αύξηση του δημοσίου χρέους, κυρίως στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οδήγησε στην κατάρρευση του όλου δημοσιονομικού ελέγχου. Το σύνολο του δημοσίου χρέους προέκυπτε από τα δάνεια που είχε συνάψει κατά καιρούς η Ελλάδα, αρχής γενομένης από το δάνειο του 1833 – το λεγόμενο «Δάνειο των 3 Μεγάλων Δυνάμεων».

Το πρόβλημα της χρήσης των δανείων άρχισε ήδη από την πρώτη αυτή δανειακή πράξη του ελληνικού κράτους, αφού από το συνολικό ποσό μόνο το 1/3 περίπου δαπανήθηκε για τον σκοπό ένεκα του οποίου έγινε η σύμβαση, δηλαδή για τη συντήρηση του ελληνικού στρατού και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Το υπόλοιπο (2/3)  χρησιμοποιήθηκε για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της διοίκησης, αλλά κυρίως παλαιότερες απαιτήσεις σε τοκοχρεολυσία.

Η σύναψη του δανείου αυτού, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων, έθεσε ουσιαστικά την ελληνική οικονομία υπό μόνιμη πολιτική και οικονομική κηδεμονία. Ο δανεισμός του ελληνικού κράτους σε χρυσό υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων ακολούθησε μια πορεία συνεχούς ανόδου, από το 1833 και μετά, ιδίως μετά το 1868, καθώς μεσολάβησε ένα διάστημα συγκράτησης για περίπου 3 δεκαετίες. Από το 1868 όμως η δανειοδότηση του ελληνικού Δημοσίου ακολούθησε φρενήρεις ρυθμούς, στο όνομα της κάλυψης των αναγκών διοίκησης, αλλά κυρίως ενόψει μεγάλων επενδύσεων σε δημόσια έργα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 60 εκατ. χρυσά φράγκα του 1833, το ύψος των εθνικών δανείων σε χρυσό στις 31 Δεκεμβρίου 1898 έφτανε, μετά τις καταβολές των τόκων, στα 620 εκατομμύρια! Το ποσό μάλιστα αυτό σχηματίστηκε ανάμεσα στα έτη 1881 και 1898, δηλαδή σε περίπου 17 χρόνια.

Ηταν τέτοια η επιβάρυνση του ελληνικού Δημοσίου ετησίως από τα τοκοχρεωλύσια των δανείων αυτών, ώστε μόνον μέσα σε μία χρονιά, υπό καθεστώς μάλιστα διεθνούς οικονομικού ελέγχου, το συνολικό δημόσιο χρέος ανήλθε από τα 620 εκατομμύρια που ήταν στις 31/12/1898 στα 766 εκατομμύρια στις 31/12/1899.(1)

Η τεράστια αυτή διαφορά προήλθε μεν από τη σύναψη και νέου δανείου 150 εκατομμυρίων, στο οποίο κατέφυγε το ελληνικό κράτος, με συμφέροντες όρους επιτοκίου 2,5%, ενώ τα προηγούμενα ήταν στο 5%– ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των προηγούμενων δανείων. Αλλά, μετά και την αφαίρεση αυτού του νέου δανείου, το συνολικό χρέος επανέρχεται στα προηγούμενα επίπεδα του 1898, γεγονός που καταδεικνύει την πραγματικά δυσβάστακτη υποχρέωση καταβολής τοκοχρεωλυσίων.

Μάλιστα, ανάμεσα στον Δεκέμβριο του 1898 και τον Δεκέμβριο του 1899 και ενώ η Επιτροπή Ελέγχου βρίσκεται σε πλήρη λειτουργία, η μείωση του συνολικού χρέους δεν ξεπερνά τα 2 εκατ., δηλαδή ποσοστό 0,26%, που ασφαλώς αντιπροσωπεύει μια πραγματικά ελάχιστη μείωση, σε σχέση με τις προσδοκίες που γέννησε η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, ως προς την προοπτική μείωσης του δημόσιου χρέους. Και μόνον αυτός ο υπολογισμός καθιστά σαφή την πλήρη αδυναμία του ελληνικού κράτους να μπει σε μια διαδικασία απεμπλοκής από το βάρος του εξωτερικού δημόσιους χρέους.

Επομένως, στα δύο χρόνια λειτουργίας της Διεθνούς Επιτροπής Ελέγχου, καμία ουσιαστική πρόοδος δεν σημειώθηκε στην κατεύθυνση ορθολογικής αντιμετώπισης των κρατικών δαπανών και απεμπλοκής σταδιακά του Δημοσίου από το βαρύ εξωτερικό και εσωτερικό χρέος. Σε αυτό το διάστημα των δύο ετών, το δημόσιο χρέος παρέμεινε σχεδόν σταθερό και ουσιαστικά εκείνο που άλλαξε ήταν η παροχή εγγυήσεων προς τους δικαιούχους, που έβλεπαν έτσι το ελληνικό Δημόσιο να είναι υπό την πραγματική κηδεμονία τους.

Ετσι η επιβολή του ελέγχου και η λειτουργία της διεθνούς οικονομικής επιτροπής είχαν ελάχιστη οικονομική σημασία για το ελληνικό Δημόσιο, εφόσον ουσιαστικά αυτό δεν ήταν πλέον σε θέση να ανταποκριθεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες διαχείρισης. Δηλαδή, το πρόβλημα του ελληνικού Δημοσίου δεν ήταν πρόβλημα διαχείρισης και λανθασμένου προσανατολισμού, αλλά πρόβλημα αντικειμενικό. Κυρίως πρόβλημα πόρων.

Η έκθεση του Εντουαρντ Λο

Το 1893 το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών δημοσιεύει την περίφημη έκθεση του Αγγλου διπλωμάτη και οικονομολόγου σερ Εντουαρντ Λο, ο οποίος ήταν και ο πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου σχετικά με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.(2) Το σημαντικό αυτό κείμενο αποκαλύπτει τις αντικειμενικές συνθήκες διαμόρφωσης του δημοσιονομικού χρέους που οδήγησαν στη χρεοκοπία του 1893.

Ο Εντουαρντ Λο, έμπειρος Αγγλος διπλωμάτης, ήρθε στην Ελλάδα ως απεσταλμένος της βρετανικής κυβέρνησης το 1892, ικανοποιώντας σχετική επιθυμία του Χαρίλαου Τρικούπη. Ο πρωθυπουργός, προσπαθώντας να αποφύγει τη δημοσιονομική κατάρρευση, απέβλεπε τότε σε μια ευνοϊκή αλλά αντικειμενική έκθεση για την ελληνική οικονομία, έχοντας σχεδιάσει τη σύναψη ενός νέου εξωτερικού δανείου.

Τον Μάρτιο του 1893 ο Λο απέστειλε στο Φόρεϊν Οφις την έκθεσή του: «Το ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί είναι αν η κρίση αυτή οφείλεται σε μόνιμες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, ή σε αποτυχημένη οικονομική διαχείριση. Αν υποστηριχθεί πως η δυσκολία οφείλεται σε ανεπιτυχή οικονομική διαχείριση, γεννιέται ένα άλλο ζήτημα: είναι οι πόροι του τόπου αρκετοί ώστε με ένα λογικό νοικοκύρεμα να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που υπάρχουν, ή η οικονομική κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη ώστε να μην υπάρχει θεραπεία χωρίς να πειραχθεί η τιμή του ελληνικού έθνους και τα νόμιμα δικαιώματα των δανειστών του;».

Χωρίς περιστροφές, ο Λο θέτει εδώ το κρίσιμο ερώτημα: είναι πρόβλημα κυβερνητικών επιλογών η δημοσιονομική αστάθεια ή πρόβλημα πόρων; Δίνει λοιπόν, πάλι χωρίς περιστροφές, την απάντησή του: «Με μια προσωρινή βοήθεια, η σημερινή κρίση μπορεί να υπερπηδηθεί και με μια κατάλληλη πρόνοια στο μέλλον, μπορεί να εξασφαλιστεί η συνέχεια της αναπτύξεως του τόπου, με τρόπο ομαλό, όπως έγινε μέχρι σήμερα». Ο στόχος του Λο είναι προφανής: να βοηθήσει τον Τρικούπη να πάρει το δάνειο. Ωστόσο προσθέτει και την τελική του φράση, που ηχούσε σαφώς απειλητικά: «Χωρίς όμως αυτήν την πρόνοια, καμιά πρόσκαιρη βοήθεια δεν μπορεί να εμποδίσει την τελική συμφορά».

Η πρώτη τοποθέτηση του Λο γίνεται για τις πραγματικές αιτίες της οικονομικής κρίσης: «Για να δικαιολογηθεί ο υπερβολικός δανεισμός στο εξωτερικό, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι ο τόπος έχει επείγουσα ανάγκη ξένων κεφαλαίων για την εσωτερική του ανάπτυξη. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό είναι σωστό, αλλά η ανάπτυξη αυτή, αν και πρέπει να υποβοηθείται με περίσκεψη, δεν μπορεί όμως, χωρίς σοβαρούς κινδύνους, να εκτείνεται έξω από τα φυσικά της όρια».

Η εντυπωσιακή αυτή παραδοχή του Λο, για τις πραγματικές αιτίες του υπερβολικού εξωτερικού δανεισμού, αποκαλύπτει την οδυνηρή πραγματικότητα για την Ελλάδα του 19ου αιώνα: κάθε προσπάθεια μεγάλων δημόσιων επενδύσεων είναι στην ουσία μια υποθήκευση του οικονομικού και πολιτικού της μέλλοντος, αφού βαθαίνει μέσω του δανεισμού το δημοσιονομικό της παθητικό και οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη πολιτική εξάρτηση. Επομένως, η πραγματική αιτία είναι ο «οικονομικός μεγαλοϊδεατισμός», που, αναγορεύοντας τα μεγάλα έργα σε εθνικό στόχο, παραδίδει την οικονομία στη χρηματοπιστωτική άβυσσο, από την οποία δεν επρόκειτο να βγει ποτέ.

Ο Λο διασαφηνίζει το σημείο αυτό, με επιχειρήματα σαφή: «Συχνά πιστεύω εκφράζεται η γνώμη ότι η διοίκηση στην Ελλάδα είναι σπάταλη, και ειδικώτερα, ότι δυσαναλόγως μεγάλα ποσά ξοδεύονται για τον στρατό και το ναυτικό… Αν εξετάσουμε όμως τα ποσά των μισθών και συντάξεων, και τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, θα βρούμε ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί σοβαρά να επηρεάσει το ισοζύγιο του προϋπολογισμού. Αν αφήσουμε κατά μέρος τον στρατό και το ναυτικό, η συνολική δαπάνη για μισθούς και συντάξεις είναι περίπου δραχμές 16.250.000, δηλαδή κάτω από 650.000 λίρες. Με την πιο καλή θέληση του κόσμου, δεν είναι δυνατό να γίνει καμιά αξιόλογη περικοπή στο σημείο αυτό».

Αυτή είναι η άποψη του Λο για την περίφημη δημοσιονομική πληγή της ελληνικής διοίκησης. Τέτοια πληγή απλώς δεν υφίσταται. Πού κρύβεται ο αληθινός υπαίτιος, λοιπόν, για την πτώχευση που ήρθε λίγους μήνες μετά την έκθεση Λο; Ας ακολουθήσουμε και πάλι την ανατριχιαστική ακρίβεια των επιχειρημάτων του Βρετανού αξιωματούχου:

«Θα ήμουν διατεθειμένος να αποδώσω το ατύχημα στον υπερβολικό δανεισμό στο εξωτερικό, που προκάλεσε επιβάρυνση των εσόδων και στην επιβάρυνση αυτή ο τόπος, με ατελή διοίκηση των δημοσίων οικονομικών, δεν μπόρεσε να ανθέξη. Σε ίσο βαθμό όμως έφταιγε και η χαλαρότης της διοικήσεως, που παραμέλησε την τακτική είσπραξη των φόρων, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο, όπως το δείχνουν οι πίνακες των εισαγωγών και εξαγωγών, ήταν σταθερά παθητικό».

Ποιες ήταν οι πλευρές της ατελούς διοίκησης; Σύμφωνα με τον Λο ήταν: 1) Η επίδραση της κερδοσκοπίας στην τιμή του συναλλάγματος, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη του κράτους σε χρήμα. 2) Η χρήση των δανείων για εξυπηρετήσεις τοκοχρεολυσίων και 3) Η είσπραξη των φόρων.

Τελικώς ο υπερβολικός δανεισμός από το εξωτερικό, που δικαιολογείται από την ανάγκη ξένων κεφαλαίων για μια «ανάπτυξη» πέραν των ορίων αντοχής της οικονομίας, είναι η πραγματική αιτία της επερχόμενης χρεοκοπίας για μια «οικονομική ανάπτυξη» τους όρους της οποίας επέβαλε ο διεθνής και εγχώριος χρηματοπιστωτικός τομέας. Η Ελλάδα δεν ήταν βιώσιμη – αυτό ήταν το ζήτημα.

Η δημοσιονομική κατάρρευση λοιπόν του 1893 ήταν μια προέκταση του αντικειμενικού προβλήματος των περιορισμένων εθνικών πόρων, το οποίο, συνδυαζόμενο με τον υψηλό ρυθμό δανεισμού και την πλήρη κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου, οδήγησε κάποια στιγμή σε αδυναμία πληρωμών.

Η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898, προϊόν της πτώχευσης του 1893 και της ήττας του 1897, είναι το τέλος μιας μακράς πορείας δημοσιονομικής αποσύνθεσης. Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν πρόβλημα διαχείρισης αλλά πρόβλημα πόρων και μιας άνευ όρων ανάπτυξης μέσω χρηματοπιστωτικών κινήσεων.

Οπως ωραία διατυπώνεται στα αγγλικά η φράση του Λο για την τρικουπική «ανάπτυξη»: «…such development… cannot be unnaturally forced, without grave risks»(3)- όταν προχωρείς σε παρά φύσιν ενέργειες, αναλαμβάνεις προφανώς μεγάλο ρίσκο.

Ετσι, ήταν λογικό να προβλεφθεί η επερχόμενη πτώχευση από τον Λο, ο οποίος ζήτησε το τελευταίο δάνειο για τη μικρή και φτωχή Ελλάδα του 1893, η οποία καταχρεωμένη ζητούσε έλεος. Το δάνειο φυσικά δεν δόθηκε ποτέ και η πτώχευση ήρθε. Ποια ήταν η αιτία; Μια χώρα χωρίς έδαφος, χωρίς πληθυσμό, χωρίς πόρους, ζήτησε να φτιάξει υποδομές, στηριζόμενη στο δανεισμένο χρήμα. Λάθος, όπως κι αν το δει κανείς.

Διότι ποιο ήταν το πρόβλημα; Η έλλειψη πόρων, η έλλειψη πληθυσμού. Με τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, της Θράκης, της Ηπείρου, των νησιών και της Μικράς Ασίας να περιμένουν την έξοδό τους από την καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία, είναι προφανές ότι το ζήτημα της επέκτασης των συνόρων του μικρού ελληνικού βασιλείου θα ήταν η μόνη λύση.

Ωστόσο αυτή ήταν η αφορμή να αναπτυχθούν δυνάμεις αλλαγής τόσο στο εσωτερικό του στρατεύματος όσο κυρίως στο πολιτικό πεδίο, δυνάμεις οι οποίες οδήγησαν στην Επανάσταση στο Γουδί το 1909 και στην έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Αθήνα, η οποία θα οδηγούσε την Ελλάδα, λίγα χρόνια μετά την ήττα, στους εθνικούς θριάμβους των Βαλκανικών Πολέμων και στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θράκης.

Η λύση; Σήμερα δεν έχουμε άλλα εδάφη να διεκδικήσουμε. Εχουμε όμως δυνατότητες αύξησης των φορολογικών εσόδων περιορισμού της αντιπαραγωγικής σπατάλης του Δημοσίου και αύξησης των εθνικών πόρων από μια συνετή διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων σε παραγωγικούς τομείς, κυρίως στον αγροτικό και τον βιομηχανικό.

* Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ διδάσκει Ιστορία του Νέου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

(1) Νικολάου Περσίδου, «Δημόσιον Χρέος της Ελλάδος. 1881-1900», «Τυπογραφείον Ανέστη Κωνσταντινίδου», Αθήνα 1901, σελ. ζ. Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα μονογραφία, η οποία δεν έχει προσεχθεί ιδιαίτερα μέχρι σήμερα. Ο Νικόλαος Περσίδης υπογράφει ως «επιτετραμμένος την διεξαγωγήν της υπηρεσίας των Δανείων του Κράτους παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος».

(2) Foreign Office, Annual Series Νο 1169 (1893).

(3) FO, AS Νο 1169 (1893), p 17.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=157523

Advertisements
Προηγούμενο άρθρο
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: