Αντώνιος Αλεβιζόπουλος. Ο Προσηλυτισμός.

Αντώνιος Αλεβιζόπουλος. Ο Προσηλιτισμός.

.(Ἀ­πό τό βι­βλί­ο του: «Ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν αἱ­ρέ­σε­ων. Προβλη­μα­τι­κή καί στρα­τη­γι­κή». Ἔκ­δο­σις Π. Ε. Γ.)

(A΄ μέρος)

Γιά νά κα­τα­νο­ή­σου­με τήν ὀρ­θή προ­βλημα­τι­κή τοῦ ὅ­λου χώ­ρου τῶν αἱ­ρέ­σε­ων καί τῆς πα­ρα­θρη­σκεί­ας καί προ­κει­μέ­νου νά κα­θο­ρί­σου­με τήν ὀρ­θή ποι­μαν­τι­κή στρα­τηγι­κή μας, εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά γνω­ρί­σου­με τήν ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α προ­ση­λυ­τι­σμοῦ. Μό­νο ἔ­τσι μπο­ροῦ­με νά προσ­δι­ο­ρί­σου­με τό μυ­η­τι­κό στά­διο στό ὁ­ποῖ­ο βρί­σκε­ται ἕ­να θῦ­μα τῶν ὁ­μά­δων αὐ­τῶν καί νά ἐ­ξα­το­μι­κεύ­σου­με τήν βο­ή­θεια πού χρει­ά­ζε­ται. Μό­νο τό­τε θά εἶ­ναι ἡ πα­ρέμ­βα­σή μας δρα­στι­κή.

Ἡ πρώ­τη ἐ­πα­φή

Ἡ πρώ­τη ἐ­πα­φή μέ ὑ­πο­ψή­φια θύ­μα­τα γί­νε­ται μέ ποι­κί­λους τρό­πους. Ἀ­να­φέ­ρου­με με­ρι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα: Στήν ὁ­δό Πα­τη­σί­ων ἤ κά­που ἀλ­λοῦ, ἕ­νας ἄν­δρας δί­νει σέ νε­α­ρή γυ­ναί­κα ἕ­να ἔν­τυ­πο μέ 200 ἐ­ρω­τή­σεις καί τήν κα­λεῖ νά ἀ­παν­τήσει σ’ αὐ­τές τίς ἐ­ρω­τή­σεις, γιά ἕ­να «δω­ρε­άν τέ­στ προ­σω­πι­κό­τη­τος». Ἡ νε­α­ρή γυ­ναί­κα πλη­ρο­φο­ρεῖ­ται ἀ­πό τό «Κέν­τρο Ἐ­φηρ­μο­σμένης Φι­λο­σο­φί­ας Ἑλ­λά­δος» (ΚΕ­ΦΕ) ὅ­τι ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα προ­σω­πι­κό­τη­τα, πού ὅ­μως πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε νά βελ­τι­ω­θεῖ. Τήν πα­ραπέμ­πουν στό ἁρ­μό­διο πρό­σω­πο, ὅ­που τῆς προ­σφέ­ρε­ται ἕ­να σε­μι­νά­ριο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας σέ «τι­μή εὐ­και­ρί­ας». Ἀ­κο­λου­θοῦν ἄλ­λα, ὅ­λο καί ἀ­κρι­βό­τε­ρα σε­μι­νά­ρια, τῆς προ­σφέ­ρονται βι­βλί­α, πού πρέ­πει νά ἀ­γο­ρά­σει καί νά ἐ­πε­ξερ­γα­στεῖ. Ἄν ἡ νε­α­ρή γυ­ναί­κα ὑ­πο­γράψει ἕ­να συμ­βό­λαι­ο, γί­νε­ται μέ­λος τοῦ ΚΕ­ΦΕ, δη­λα­δή τῆς M­i­s­s­i­on Ἑλ­λά­δος, πού ὑ­πά­γε­ται στήν «Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Σα­η­εν­τό­λοτ­ζυ».

Μπο­ρεῖ ἀ­κό­μη νά προ­σφερ­θεῖ τό ἀ­κό­λουθο ἑλ­κυ­στι­κό φέ­ϋ-βο­λάν: «Θέ­λεις ἀ­πα­σχό­λη­ση; Τό Κέν­τρο Ἐ­φηρμο­σμέ­νης Φι­λο­σο­φί­ας δέ­χε­ται αἰ­τή­σεις ἀ­πό ἄ­το­μα πού ἔ­χουν γνώ­σεις ἤ πού θέ­λουν ν’ ἀ­πο­κτή­σουν γνώ­σεις σέ: — Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ες.­.. — Μάρ­κε­τιν­γκ — Ἀρ­χεῖ­α — Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο — Δι­ά­δο­ση — Τα­μεῖ­ο.­..

Τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι τό ἴ­διο: ὁ­δη­γεῖ­ται στήν Σα­η­εν­τό­λοτ­ζυ. Με­τά ἀ­πό τήν «ἐκ­παίδευ­ση» στή M­i­s­s­i­on Ἑλ­λά­δας, μπο­ρεῖ νά τοῦ προ­τα­θοῦν «ἀ­νώ­τε­ρες σπου­δές» στή Δα­νί­α, στό Εὐ­ρω­πα­ϊ­κό κέν­τρο τῆς ὀρ­γά­νω­σης καί ἀρ­γό­τε­ρα στήν Ἀ­με­ρι­κή, γιά νά κα­τα­λή­ξει τελι­κά στή λε­γό­με­νη «Θα­λάσ­σια Ὀρ­γά­νω­ση». Ἕ­να «τα­ξί­δι» πού ἴ­σως δέν ἔ­χει ἐ­πι­στρο­φή.

Ἕ­νας νέ­ος ἄν­δρας 30 χρο­νῶν δι­α­βά­ζει σέ ἐ­φη­με­ρί­δα γιά ἕ­να κέν­τρο πού προ­σφέ­ρει ἐκ­παί­δευ­ση γιά συμ­βού­λους. Ἐ­κεῖ δη­μο­σι­εύε­ται καί ὁ ἀ­ριθ­μός τη­λε­φώ­νου. Ὁ ἀ­να­γνώστης, πού τήν στιγ­μή ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἄ­ερ­γος, ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται. Πη­γαί­νει στό Κέν­τρο καί τοῦ προ­σφέ­ρε­ται ἕ­να Σε­μι­νά­ριο Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας. Καί αὐ­τός κα­τα­λή­γει στήν Σα­η­εν­τό­λοτ­ζυ.

Στό πε­ρι­ο­δι­κό P­r­o­s­p­e­r­i­ty [P­r­o­s­p­e­r­i­ty 1992, σελ. 6], πού ἐκ­δί­δει ἡ W­I­SE I­n­t­e­r­n­a­t­i­o­n­al, μί­α ὀρ­γά­νω­ση τῆς Σα­ηεν­τό­λοτ­ζυ, ὁ P­a­t­r­i­ck V­a­l­d­in, E­x­e­c­u­t­i­ve D­i­r­e­ct­or τῆς U-M­AN I­n­t­e­r­n­a­t­i­o­n­al δή­λω­σε: «Στό τε­λευ­ταῖ­ο γε­γο­νός τοῦ I­AS ἡ Ἐκκλη­σί­α τῆς Σα­η­εν­το­λο­γί­ας Ἀ­θη­νῶν χα­ρακτη­ρί­σθη­κε σάν ἡ τα­χύ­τε­ρα ἐ­ξα­πλω­νό­με­νη ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή στόν πλα­νή­τη. Ὁ πα­ρά­γων ὁ ὁ­ποῖ­ος συμ­βάλ­λει κυ­ρί­ως σ’ αὐ­τό τό γε­γο­νός, εἶ­ναι ἡ U-M­AN Ἑλ­λάς, ἡ ὁ­ποί­α εἰ­σά­γει 15-30 ἄ­το­μα ἑ­βδο­μα­δια­ίως στίς γραμ­μές τῆς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς (m­i­s­s­i­on), μέσῳ εἰ­σα­γω­γι­κῶν σε­μι­να­ρί­ων στό O­CA (O­x­fo­rd C­a­p­a­c­i­ty A­n­a­l­y­s­is).

P­r­o­s­p­e­r­i­ty: Σέ τί ἀ­πο­δί­δε­τε τήν ἐ­πι­τυ­χί­α τῆς U-M­an;

P­a­t­r­i­ck: Ἡ αἰ­τί­α αὐ­τῆς τῆς συν­τρι­πτι­κῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας ὀ­φεί­λε­ται στό ὅ­τι οἱ πε­λά­τες τῆς U-M­AN ἐν­τυ­πω­σι­ά­ζον­ται πά­ρα πο­λύ μέ τήν τε­χνο­λο­γί­α τοῦ O­CA. Αὐ­τοί πού τυγ­χά­νει νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν τίς ὑ­πη­ρε­σί­ες τῆς U-M­AN γιά κά­ποι­ο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα ἔ­χουν ἀν­τιλη­φθεῖ ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κα­λύ­τε­ρη ἀ­τμό­σφαι­ρα μέ­σα στήν ἑ­ται­ρεί­α, ὑ­ψη­λό­τε­ρη πα­ρα­γω­γικό­τη­τα καί ἔμ­πι­στο προ­σω­πι­κό, λι­γώ­τε­ρη ἀν­τι­κοι­νω­νι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά. Μιά ἄλ­λη αἰ­τί­α εἶ­ναι ὅ­τι οἱ πε­λά­τες μας ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται ὅ­τι οἱ ὑ­πη­ρε­σί­ες πού προσφέ­ρου­με εἶ­ναι μο­να­δι­κές καί ἀ­πο­τε­λε­σματι­κές. Γιά πα­ρά­δειγ­μα, κα­θη­με­ρι­νῶς ἡ U-M­AN ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τίς συ­νέ­πει­ες τῆς ψυ­χι­α­τρι­κῆς ἐ­πι­δρά­σε­ως στόν κό­σμο τῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Πά­νω ἀ­πό 10.000 ἀ­πό τούς πε­λά­τες μας ἔ­χουν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἄ­με­ση σχέσις με­τα­ξύ τοῦ ἀ­νε­πι­θύ­μη­του ἐ­πι­πέ­δου πα­ραγω­γῆς πού ἀ­νε­κα­λύ­φθη σέ με­γά­λες ἑ­ται­ρεῖ­ες καί στήν πα­ρου­σί­α ψυ­χω­τι­κῶν ἀ­τό­μων στίς γραμ­μές τους. Ὑ­πάρ­χουν πολ­λά πα­ρα­δείγ­μα­τα ἑ­ται­ρειῶν οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­φοῦ ἀ­να­γνώ­ρι­σαν ὅ­τι τό O­CA εἶ­ναι πιό ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό ἐρ­γα­λεῖ­ο ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης, ἀ­πέ­λυ­σαν αὐ­τούς πού ἀν­τι­μετώ­πι­ζαν ψυ­χο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα ἀ­πό τό προ­σω­πι­κό τους».

Καί ὅ­μως ἡ U-M­an H­e­l­l­as ἀρ­νεῖ­ται ὅ­τι ἔ­χει ἀ­κό­μα καί τήν ἐ­λά­χι­στη σχέ­ση μέ τήν Σα­η­εν­τό­λοτ­ζυ!

Σέ ἑ­στι­α­τό­ρια ὑ­γι­ει­νῆς δι­α­τρο­φῆς ἀ­σκοῦν προ­ση­λυ­τι­σμό ἰν­δου­ϊ­στι­κές καί βου­δι­στι­κές ὁ­μά­δες δι­α­λο­γι­σμοῦ, πού ὑ­πό­σχον­ται τήν ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ ἑ­αυ­τοῦ. Δι­ά­φο­ρες προ­σφο­ρές γι­όγ­κα μπο­ροῦν νά ἀ­νοί­ξουν τό δρό­μο γιά ἰν­δου­ϊ­στι­κές ἀν­τι­λήψεις. Ἐ­σω­τε­ρι­στι­κές καί ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κές ἰ­δέ­ες δι­α­δί­δον­ται μέ εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πε­ριο­δι­κά καί μέ τόν φθη­νό Τύ­πο. Οἱ δυ­να­τό­τητες νά ἔλ­θει κα­νείς σέ ἐ­πα­φή μέ τό θρη­σκευτι­κό – κο­σμο­θε­ω­ρια­κό σκη­νι­κό εἶ­ναι πολ­λές, ὅ­πως καί οἱ ἴ­δι­ες οἱ προ­σφο­ρές, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πάρ­χουν σή­με­ρα σ’ αὐ­τή τήν «ἀ­γο­ρά».

Κα­τά τήν πρώ­τη ἐ­πα­φή, συ­νή­θως, δέν ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἡ ἀ­λη­θι­νή ταυ­τό­τη­τα τῆς κά­θε ὁ­μά­δας. Τό ὑ­πο­ψή­φιο θῦ­μα προ­σκα­λεῖται γιά μι­κρή πα­ρα­μο­νή στήν ὁ­μά­δα χω­ρίς νά γνω­ρί­ζει ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα γιά τούς ἀ­ληθι­νούς σκο­πούς της. Οἱ ὀ­πα­δοί τοῦ Κο­ρε­ά­τη ψευ­δο­μεσ­σί­α Σάν Μυ­ούν­γκ Μούν, λό­γου χά­ρη, λέ­γουν: «Εἴ­μα­στε μί­α χρι­στι­α­νι­κή συντρο­φιά» ἤ κά­τι πα­ρό­μοι­ο. Πολ­λές ὁ­μά­δες, ὅ­πως ἡ «Ἁρ­μο­νι­κή Ζω­ή», ἡ Σα­η­εν­τό­λοτ­ζυ, ἡ Νέ­α Ἀ­κρό­πο­λη, ἡ B­r­a­hma K­u­m­a­r­is καί πολ­λές ἄλ­λες ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι τά μέ­λη τους εἶ­ναι Ὀρ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί ἤ ἔ­γι­ναν κα­λύ­τε­ροι Ὀρ­θό­δο­ξοι μέ τίς τε­χνικές τῶν ὁ­μά­δων!

Αὐ­τό φυ­σι­κά δέν θά τούς ἐμ­πο­δί­σει αὔ­ριο, ἄν κρί­νουν ὅ­τι ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ κα­λύ­τε­ρα τό σκο­πό, νά ἀλ­λά­ξουν τό κα­ταστα­τι­κό τους καί νά δη­λώ­σουν μέ θρά­σος ὅ­τι εἶ­ναι Ἐκ­κλη­σί­α καί συ­νε­πῶς προ­στα­τεύον­ται ἀ­πό τίς δι­ε­θνεῖς συμ­βά­σεις καί ἀ­πό τό Ἑλ­λη­νι­κό Σύν­ταγ­μα!

Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α

1. Στά πλαί­σια τῆς πρώ­της ἐ­πα­φῆς, ὕ­στερα ἀ­πό τήν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ ὑ­πο­ψη­φί­ου θύ­ματος στό κοι­νό­βιο ἤ σέ ἄλ­λο χῶ­ρο, δη­μι­ουργεῖ­ται κά­ποι­α ψυ­χο­λο­γι­κή ἐ­ξάρ­τη­ση καί βαθ­μια­ῖα ἀ­σκεῖ­ται πί­ε­ση γιά ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πό τό πε­ρι­βάλ­λον, δη­λα­δή τήν οἰ­κο­γέ­νεια, τούς φί­λους, τίς σπου­δές, τό ἐ­πάγ­γελ­μα, μετα­κί­νη­ση στό ἐ­σω­τε­ρι­κό ἤ σέ ἄλ­λη χώ­ρα. Ἡ πί­ε­ση αὐ­τή, σέ με­ρι­κές ὁ­μά­δες, ἀ­κο­λου­θεῖ σέ με­τέ­πει­τα στά­διο, ἀ­φοῦ ἡ ψυ­χο­λο­γι­κή ἐ­ξάρτη­ση με­γα­λώ­σει καί δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ἡ κα­τάλλη­λη «ὑ­πο­δο­μή» γιά ἄ­σκη­ση πνευ­μα­τι­κῆς τρο­μο­κρα­τί­ας.

2. Ἀ­κο­λου­θεῖ ὁ «ἐν­δογ­μα­τι­σμός» ἤ ἡ «κατή­χη­ση». Οἱ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κές αἱ­ρέ­σεις καί πα­ρα­θρη­σκευ­τι­κές ὁ­μά­δες ἔ­χουν τε­λει­ο­ποιή­σει τό σύ­στη­μά τους, μέ σκο­πό τόν πλή­ρη ἔ­λεγ­χο τῆς σκέ­ψης: Συ­νε­χῆ μα­θή­μα­τα ἀ­να­φορι­κά μέ τό «δόγ­μα», πε­ρι­ο­ρι­σμός τήν ἡ­μέ­ρα καί τήν νύ­χτα, ὥ­στε νά μήν ἔ­χει κα­νείς τή δυ­να­τό­τη­τα νά σκε­φθεῖ μό­νος, βί­αι­η γλῶσσα, πού στη­ρί­ζε­ται στόν ἐκ­βια­σμό καί στό φό­βο, ἔλ­λει­ψη ὕ­πνου, ἐ­λάτ­τω­ση τῆς τρο­φῆς, μο­νό­πλευ­ρη ἐκ­παί­δευ­ση καί ταυ­τό­χρο­νη μο­νο­πώ­λη­ση τῆς πλη­ρο­φό­ρη­σης ἀ­πό τό «μεσσί­α» τῆς ὀρ­γά­νω­σης. Στίς δι­ά­φο­ρες ὁ­μά­δες ὑ­πάρ­χουν φυ­σι­κά ποι­κί­λες πα­ραλ­λα­γές.

W­e­n­dy F­o­rd, πού πα­γι­δεύ­τη­κε σέ μί­α ὁ­μά­δα ἐ­πί 7 χρό­νια, στό βι­βλί­ο της «Με­ρι­κές σκέ­ψεις πε­ρί ἀ­πο­κα­τα­στά­σε­ως» [S­o­me T­h­o­u­g­h­ts on R­e­c­o­v­e­ry, M­a­y­n­a­rd MA 1990], ἀ­να­φέ­ρει πώς τό κλει­δί στόν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἀ­τό­μου πού βρί­σκε­ται μέ­σα στήν ὁ­μά­δα εἶ­ναι ὁ ἔ­λεγ­χος τῆς πλη­ρο­φό­ρη­σης. «Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ ἐ­μέ­να δέν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πον­ταν νά κά­νω “κο­σμι­κές” δι­α­κο­πές, ν’ ἀ­κού­ω “κο­σμι­κή” μου­σι­κή, νά δι­α­βά­ζω βι­βλί­α, ἐ­φη­με­ρί­δες, νά βλέ­πω τη­λεό­ρα­ση, φί­λους, συγ­γε­νεῖς, συ­να­δέλ­φους καί ἄλ­λα πολ­λά».

Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ἡ W. F­o­rd ἀ­να­φέ­ρει: «Ὅ­ταν ζεῖς σέ μιά λα­τρεί­α, ἡ ταυ­τό­τη­τά σου ἤ ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τά σου ἀλ­λά­ζουν, για­τί σοῦ ἐ­πι­βάλ­λουν μί­α ἄλ­λη προ­σω­πι­κό­τη­τα. Ἡ ὁ­μά­δα ἰ­σχυ­ρο­ποι­εῖ καί δυ­να­μώ­νει αὐ­τή τήν κα­τά­στα­ση μέ­σῳ τοῦ δι­α­λο­γι­σμοῦ καί τῆς ψαλ­μω­δί­ας, μέ­σῳ πε­ρι­ο­ρι­σμοῦ τῆς γλώσσας καί τῆς πλη­ρο­φό­ρη­σης καί ἀ­πό τίς ἐ­ξωτε­ρι­κές πη­γές καί ἐ­σω­τε­ρι­κά, μέ τό νά ἀ­πομο­νώ­σει τό θῦ­μα ἀ­πό ὁ­ρι­σμέ­νες δι­α­νο­η­τι­κές λει­τουρ­γί­ες, ὅ­πως ἡ λο­γι­κή καί ἡ σκέ­ψη. Ὁ πα­λιός σου ἑ­αυ­τός εἶ­ναι θαμ­μέ­νος καί πε­ριμέ­νει νά ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ὅ­πως ἕ­να που­λί μέ­σα στό κλου­βί».

3. Ἀ­πα­σχό­λη­ση στό «ἔρ­γο», ἰ­δι­αί­τε­ρα σέ συ­σχε­τι­σμό μέ τήν συλ­λο­γή χρη­μά­των. Πολ­λές ὁ­μά­δες ὑ­πο­χρε­ώ­νουν τούς ὀ­πα­δούς νά συλ­λέ­γουν χρή­μα­τα στούς δρό­μους, νά που­λοῦν μι­κρο­αν­τι­κεί­με­να ἤ νά ἐρ­γά­ζον­ται στίς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τους μέ μι­σθούς πεί­νας. Πι­στεύ­ουν ὅ­τι κα­τ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο συμ­βάλλουν στήν προ­ώ­θη­ση τοῦ ἔρ­γου τῆς ὁ­μά­δας, δη­λα­δή στή «σω­τη­ρί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας». Αὐ­τό γί­νε­ται ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α καί οἱ ὀ­πα­δοί συμμε­τέ­χουν σέ ἀν­τα­γω­νι­σμούς γιά νά φθά­σουν τά κα­θο­ρι­σμέ­να ὅ­ρια «ἀ­πό­δο­σης» πού θέ­τει ἡ ὁ­μά­δα. Αὐ­τά τά χρή­μα­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦνται γιά νά πλου­τί­ζουν οἱ «ἀρ­χη­γοί» καί γιά τήν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς ὁ­μά­δας. Ὅ­μως ἄν κά­ποιος δέν ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ στά «κα­τώ­τε­ρα ὅ­ρια» καί δέν συλ­λέ­ξει ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο πο­σόν, δι­ακα­τέ­χε­ται ἀ­πό ἐ­νο­χές καί ἀ­πό συ­ναί­σθη­μα κα­τω­τε­ρό­τη­τας.

4. Ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή πει­θαρ­χί­α. Οἱ ὁ­μά­δες αὐ­τές δι­α­θέ­τουν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κές μεθό­δους γιά νά ἐ­ξα­σφα­λί­σουν τόν ἔ­λεγ­χο καί τήν συ­νε­χῆ κι­νη­το­ποί­η­ση τῶν ὀ­πα­δῶν. Ὅ­σο πιό πο­λύ κρι­τι­κά­ρον­ται ἀ­πό τήν κοι­νω­νί­α, τό­σο πιό πο­λύ συ­σφίγ­γουν τίς τά­ξεις τους καί ἐ­φαρ­μό­ζουν στό ἐ­σω­τε­ρι­κό ἕ­να στρα­τι­ωτι­κό κα­νό­να. Οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χοι ἔ­χουν τήν εὐθύ­νη νά ἐν­το­πί­ζουν τίς ἐν­τά­σεις, τίς πι­θα­νές ἐ­πα­να­στά­σεις, ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε «ἐ­σω­τε­ρι­κό ἐ­χθρό», ταυ­τι­σμέ­νο μέ τό «Σα­τα­νᾶ». Μιά τέ­τοι­α πει­θαρ­χί­α, πού πε­ρι­λαμ­βά­νει ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή ὑ­πα­κο­ή στόν ἀρ­χη­γό, φυ­σικές στε­ρή­σεις, ἱ­ε­ραρ­χι­κό κώ­δι­κα, τι­μω­ρί­ες, ἐ­πι­τρέ­πει στούς ὑ­πευ­θύ­νους νά ὑ­πο­λο­γί­ζουν σέ ἄ­κρα ὑ­πο­τα­γή, πού μπο­ρεῖ νά ὁ­δη­γή­σει καί μέ­χρι στήν αὐ­το­κτο­νί­α, ὅ­πως ἀ­πέ­δει­ξε ἡ ὁ­μα­δι­κή αὐ­το­κτο­νί­α 923 ἀν­θρώ­πων στήν Γου­ϊ­ά­να τό 1978 [σημ. μας: Ο Τζιμ Τζόουνς ήταν ο ιδρυτής και ηγέτης της σέκτας Ναός του Λαού], ἤ καί ο θάνατος 86 ὀ­παδῶν τῆς αἵ­ρε­σης «Πα­ρα­κλά­δι τοῦ Δα­βίδ» [σημ. μας: παρακλάδι των Αντβεντιστών της Έβδομης Ημέρας] τόν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1993 στό Τέ­ξας, μέ ἐν­το­λή τοῦ ψευ­δο­μεσ­σί­α Ντέ­ι­βιντ Κο­ρές ἤ καί ἡ περί­πτω­ση τοῦ L­u­ck J­u­r­et στήν Ἐλ­βε­τί­α καί στόν Κα­να­δά. [Βλέ­πε: π. Ἀν­τω­νί­ου Ἀ­λε­βι­ζο­πού­λου, «Νε­ο­φα­νείς αἱ­ρέσεις – Κα­τα­στρο­φι­κές Λα­τρεῖ­ες στό φως τῆς Ὀρ­θο­δο­ξίας», σ. 40-43. Ἔκ­δο­ση Π. Ε. Γ.]

W. F­o­rd προ­σθέ­τει πώς σέ με­ρι­κές ὁ­μάδες οὐ­σι­α­στι­κό στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι καί τό σέξ. Γρά­φει: «Τό θέ­μα αὐ­τό εἶ­ναι πο­λύ πιό φορ­τι­σμένο σέ ὁ­ρι­σμέ­νες λα­τρεῖ­ες για­τί τό χρη­σι­μο­ποι­οῦν γιά προ­ση­λυ­τι­σμό ἤ ἀ­κό­μη καί γιά νά δι­α­τη­ρή­σουν στήν ὁ­μά­δα τά μέ­λη τους. Πολ­λοί ἀρ­χη­γοί αὐ­τῶν τῶν ὁ­μά­δων ἔ­χουν σε­ξου­α­λι­κές σχέ­σεις μέ ἄ­το­μα τοῦ ἴ­διου φύλου ἤ τοῦ ἀν­τί­θε­του, ἄν καί ἔ­χουν δι­α­κη­ρύξει στούς ὀ­πα­δούς τους τήν ἀ­πο­χή!Πολ­λοί πρώ­ην ὀ­πα­δοί δέν εἶ­χαν σε­ξουα­λι­κές σχέ­σεις κα­τά τή διά­ρκεια πού ἦ­ταν λά­τρεις, ἐ­νῶ ἄλ­λοι ἐ­ξα­ναγ­κά­στη­καν στό νά ἔ­χουν σχέ­ση μέ κά­ποι­ον ὀ­πα­δό, μέ ὁ­μά­δα ὀ­πα­δῶν καί μέ τόν ἀρ­χη­γό. Σέ με­ρι­κούς πού παν­τρεύ­τη­καν ἄ­το­μα τῆς ὁ­μά­δας ἐ­δό­θη­καν ὁ­ρι­σμέ­νες ἡ­με­ρο­μη­νί­ες καί ὧ­ρες πού ἐ­πι­τρεπό­ταν νά συ­νευ­ρε­θοῦν» [W. F­o­rd, σ. 47]

Κύ­πριος ὀ­πα­δός τοῦ Ντέ­ι­βιντ Κο­ρές δήλω­σε στούς δη­μο­σι­ο­γρά­φους στίς 22.4.1993 πώς ὁ ψευ­δο­μεσ­σί­ας «πα­ρέ­συ­ρε σέ σέξ στά ἰ­δι­ω­τι­κά του δι­α­με­ρί­σμα­τα ἀ­νή­λι­κες κο­πέλες. Τό συμ­πε­ραί­νω αὐ­τό καί ἀ­πό τό γε­γονός ὅ­τι τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τά παι­διά μέ­σα στό κα­ταυ­λι­σμό ἦ­ταν δι­κά του».

F. W. H­a­a­ck, στό βι­βλί­ο του «Οἱ Νέ­ες Θρη­σκεῖ­ες τῆς Νε­ό­τη­τας» συ­νο­ψί­ζει ὡς ἑ­ξῆς τή δι­α­δι­κα­σί­α προ­ση­λυ­τι­σμοῦ νε­α­ρῶν κυ­ρίως ἀ­τό­μων:

1. Ὁ νέ­ος δέν αἰ­σθά­νε­ται πώς πᾶ­νε νά τόν προ­ση­λυ­τί­σουν, ἀλ­λά πώς τόν «ἀγ­γί­ξα­νε».

2. Τά ἐ­ρω­τή­μα­τα πού τοῦ ἔ­θε­σαν ἦ­σαν βασι­κά καί τόν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν ἐ­πί πο­λύ χρό­νο χω­ρίς νά λά­βει ἀ­παν­τή­σεις ἤ δέν τόλ­μη­σε νά τά θέ­σει.

3. Τό πε­ρι­βάλ­λον στό ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­σε τοῦ φέρ­θη­κε σχε­τι­κά κα­λά καί τόν φρόν­τι­σε, ἀλλά τόν ἄ­φη­σε ἐ­σω­τε­ρι­κά ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­το. Θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι καί μέ­λος μιᾶς χρι­στι­α­νικῆς φοι­τη­τι­κῆς κοι­νό­τη­τας, ἀλ­λά καί αὐ­τές οἱ κι­νή­σεις δέν ὁ­πλί­ζουν πάν­το­τε τά μέ­λη τους μέ θρη­σκευ­τι­κές ἀ­παν­τή­σεις.

4. Αὐ­τοί πού τόν πλη­σιά­ζουν εἶ­ναι τῆς ἴ­διας ἡ­λι­κί­ας· νέ­οι. Στήν ἐ­πο­χή τοῦ τε­χνι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ θά μπο­ροῦ­σε νά πε­ρι­μέ­νει νά δημι­ουρ­γη­θεῖ κά­τι νέ­ο πού θά εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τό πα­λαι­ό.

5. Ὁ ἄλ­λος, ὁ ἱ­ε­ρα­πό­στο­λος, προ­σφέ­ρε­ται ὡς ἀ­πό­δει­ξη γιά τήν νέ­α κα­λή κα­τά­στα­ση. Κά­τι τέ­τοι­ο βρί­σκει κα­νείς καί στίς δι­α­φη­μίσεις. Καί πράγ­μα­τι, πολ­λά ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού γιά πρώ­τη φο­ρά βλέ­που­με στίς δι­α­φη­μί­σεις, τά δι­α­τη­ροῦ­με ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­πει­δή ἡ δι­α­φή­μιση δέν ταυ­τί­ζε­ται μέ τό ψέμ­α. Γι’ αὐ­τό καί μᾶς ἀ­ρέ­σει.

6. Ἔ­χει ἕ­να νέ­ο «ἀ­πέ­ναν­τι», πού δέν χρει­άζε­ται νά ἐμ­φα­νι­στεῖ ὡς ἀν­τα­γω­νι­στής, ὅ­πως σέ ὅ­λα τά «κα­τε­στη­μέ­να» γύ­ρω του, στά πλαί­σια τῆς προ­σπά­θειας γιά αὐ­το­γνω­σί­α.

7. Ὁ δρό­μος πρός τήν ὁ­μά­δα, δη­λα­δή τό ὅ­τι ἀ­κο­λου­θεῖ τόν ἱ­ε­ρα­πό­στο­λο, τό ἐ­κλαμβά­νει ὡς «δι­κό του θέ­λη­μα», ὡς προ­σω­πι­κή ἀ­πό­φα­ση. Καί ἄν οἱ γο­νεῖς στό σπί­τι θυ­μώσουν, τό­τε θά ὑ­πε­ρα­σπι­σθεῖ αὐ­τή τήν «προσω­πι­κή ἀ­πό­φα­ση».

8. Ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ φά­ση ταύ­τι­σης. Αὐ­τό πού ἔ­λα­βα μέ τή δι­κή μου ἀ­πό­φα­ση, θά τό ὑ­περα­σπι­σθῶ. Γί­νε­ται μέ­ρος δι­κό μου. Πολ­λές συ­ζη­τή­σεις ἐ­νι­σχύ­ουν τό νέ­ο νά ταυ­τι­σθεῖ μέ τήν ὁ­μά­δα, για­τί ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­τας τήν ὁ­μά­δα ὑ­πε­ρα­σπί­ζει τόν ἑ­αυ­τό του.

9. Ἡ ὁ­μά­δα ἐ­κλαμ­βά­νε­ται ὡς «πράγ­μα­τι λει­τουρ­γοῦν νέ­ο σύ­στη­μα», ὡς «πραγ­μα­τι­κή ἐ­ναλ­λα­κτι­κή λύ­ση σέ μί­α κοι­νω­νί­α πού βα­δίζει στό χά­ος». Συμ­βαί­νει κά­τι σάν «βλέμ­μα τῆς ἀ­γά­πης». Τό θε­τι­κό βλέ­πε­ται πιό πρό­θυ­μα καί κοι­τάζε­ται ἐ­πα­κρι­βῶς, πα­ρά τά μι­κρά λά­θη πού εἶναι κα­τα­νο­η­τά σέ μιά κοι­νω­νί­α τῶν ἐ­χθρῶν καί τῶν ἀρ­νη­τι­κῶν.

Τό ἴ­διο συμ­βαί­νει καί μέ συ­ζυ­γι­κά ζευ­γά­ρια με­τά πο­λύ­χρο­νη κα­λή συμ­βί­ω­ση. Ἔρ­χε­ται ἕ­νας νέ­ος «σύν­τρο­φος» πού τόν βλέ­πει κα­νείς στή λάμ­που­σα ὡ­ραιό­τη­τα τῆς νέ­ας κα­τά­στα­σης καί δέν συν­δέε­ται μ’ αὐ­τόν κα­νέ­να γκρι­νι­ά­ρι­κο βί­ω­μα. Καί ξαφ­νι­κά νι­ώ­θει κα­νείς νά τόν τρα­βά­ει ὁ νέ­ος, δῆ­θεν κα­λύ­τε­ρος, ἐ­νῶ κά­θε χα­ρα­κτηρι­στι­κό τοῦ πα­λαι­οῦ, ἀ­πό και­ρό γνω­στοῦ, θε­ω­ρεῖ­ται ἐ­γω­ι­στι­κό καί ἀ­πορ­ρί­πτε­ται.

10. Ἡ νέ­α ὁ­μά­δα γί­νε­ται νέ­α πα­τρί­δα. Θά «προ­σφέ­ρον­ται οἱ ἀν­τι­λή­ψεις γιά τούς σκοπούς καί ἐ­πει­δή τούς πα­ρα­δέ­χο­μαι, πα­ρα­δέ­χο­μαι καί τόν τό­πο, τή θέ­ση πού μοῦ δί­νει κα­νείς στήν ὁ­μά­δα. Ἀρ­χί­ζω νά κα­τα­κτῶ τό νέ­ο δρό­μο, ἀρ­χί­ζον­τας ἐν­τε­λῶς ἀ­πό τά κάτω. Γιά ἕ­να πρᾶγ­μα μέ νό­η­μα ἐ­πι­τρέ­πω νά ἔ­χουν ἀ­πό μέ­να ἀ­παι­τή­σεις. Ἀ­φι­ε­ρώ­νω σ’ αὐτό ὅ­λες τίς δυ­νά­μεις μου, τό χρό­νο μου, τήν πε­ρι­ου­σί­α μου. Αὐ­τή ἡ θυ­σί­α φαί­νε­ται σάν πρώ­τη πρά­ξη νο­ή­μα­τος. Για­τί ὁ τε­χνι­κός πο­λι­τι­σμός εἶ­ναι ἕ­νας κό­σμος χω­ρίς θυ­σί­ες. Αὐ­τή ἡ ἔν­τα­ξη μπο­ρεῖ νά κα­το­χυ­ρω­θεῖ καί μέ τήν ἀλ­λα­γή τοῦ ὀ­νό­μα­τος, ὅ­πως στούς Κρίσ­να καί στά Παι­διά τοῦ Θε­οῦ». [F. W. H­a­a­ck, D­ie N­e­u­en J­u­g­e­n­d­r­e­l­i­g­i­o­n­en. T­e­il 2: D­o­k­u­me­n­te u­nd E­r­l­ä­u­t­e­r­u­n­g­en, M­ű­n­c­h­en 1979 4, σ. 13-15].

(Β΄ μέρος)

Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο τοῦ ἴ­διου βι­βλί­ου [σ. 23] ὁ F. W. H­a­a­ck κά­νει δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στήν πλύ­ση ἐγ­κε­φά­λου καί στήν «πλύ­ση τῆς ψυ­χῆς». Σέ ἀν­τί­θε­ση, λέ­γει, μέ τήν πλύ­ση ἐγ­κε­φά­λου, πού σπά­ει τή θέ­λη­ση, ἡ «πλύ­ση τῆς ψυ­χῆς» οἰκο­δο­μεῖ στή θέ­λη­ση τοῦ ἀ­τό­μου πού δέ­χε­ται τόν χει­ρι­σμό καί ἀ­νο­σο­ποι­εῖ­ται σι­γά καί συστη­μα­τι­κά ἐ­ναν­τί­ον κά­θε ἀν­τί­θε­της ἐ­πιρ­ρο­ῆς (κρι­τι­κή).

Οί νέ­οι ἄν­θρω­ποι πού κα­τα­λή­γουν σέ μί­α ὁ­μά­δα, ἀ­πο­μο­νώ­νον­ται ἀ­πό κά­θε ἀν­τίθε­τη πλη­ρο­φό­ρη­ση. Ἡ ἀν­τί­θε­τη πλη­ρο­φό­ρηση δι­α­βο­λο­ποι­εῖ­ται κα­τά τρό­πο, ὥ­στε ἐ­κεῖ­νος πού βρί­σκε­ται στήν ὁ­μά­δα δέν μπο­ρεῖ νά τήν δε­χθεῖ χω­ρίς νά χα­ρα­κτη­ρι­σθεῖ ὡς προ­δό­της.

Πρός τοῦ­το ἡ ὅ­λη πί­στη καί ἐμ­πι­στο­σύ­νη κα­τευ­θύ­νε­ται σ’ ἕ­να πρό­σω­πο, τόν Ἅ­γιο Δάσκα­λο καί ἀ­πορ­ρο­φᾶ­ται ἀ­πό αὐ­τόν.

Οἱ σω­μα­τι­κές δυ­νά­μεις καί ἡ φυ­σι­κή τάση γιά δρά­ση βρί­σκουν δι­έ­ξο­δο μέ δια­ρκή ἐκ­γύ­μνα­ση, συ­νε­χή ἐ­πί­μο­νο ἐν­δογ­μα­τι­σμό καί στά ἐν­δι­ά­με­σα, ὑ­πάρ­χουν, σπόρ, βο­η­θητι­κές ὑ­πη­ρε­σί­ες, συ­νε­χής ψαλ­μω­δί­α, λό­γου χά­ρη τοῦ Μά­χα Μάν­τρα, (γιά τούς ὀ­πα­δούς τῆς «Δι­ε­θνοῦς Ἑ­ται­ρεί­ας γιά τήν Συ­νεί­δη­ση τοῦ Κρίσ­να»: «Χά­ρε Κρίσ­να, Χά­ρε Κρίσ­να, Κρίσ­νά Κρίσ­να, Χά­ρε, χά­ρε, χά­ρε Ρά­μα, χάρε Ρά­μα, Ρά­μα, Ρά­μα, Χά­ρε, Χά­ρε»­)· συ­νε­χή δι­α­λο­γι­σμό μέ σω­μα­τι­κούς ἐ­ξα­ναγ­κα­σμούςσυ­νε­χή ἀ­πο­στή­θι­ση κει­μέ­νων. Ὑ­πάρ­χει λοι­πόν ἐ­λά­χι­στος ἐ­λεύ­θε­ρος χρόνος καί δια­ρκής ἀ­πα­γό­ρευ­ση, ὥ­στε νά μήν μέ­νει κα­νείς πο­τέ μό­νος. Ταυ­τό­χρο­να κυ­ριαρχοῦν συν­θή­μα­τα νί­κης, πού ἐ­πα­να­λαμ­βά­νονται συ­νε­χῶς: Θά τά κα­τα­φέ­ρου­με! Θά κά­νου­με τόν πλανή­τη C­l­e­ar.­..

Τά συν­θή­μα­τα αὐ­τά δι­α­κό­πτονται ἀ­πό τήν ἐν­θάρ­ρυν­ση: Ἄν δέν τό κά­νου­με ἐ­μεῖς αὐ­τό, μᾶς πε­ρι­μένει τό χά­ος! Βο­η­θῆ­στε μας, ἀ­πό σέ­να ἐ­ξαρ­τᾶται! Ὅ­λα αὐ­τά δη­μι­ουρ­γοῦν ἀ­τμό­σφαι­ρα ἀ­γῶνος, καί εὔ­κο­λα ὁ­δη­γεῖ­ται κα­νείς σέ μί­α συγκε­κρι­μέ­νη κα­τεύ­θυν­ση. Αὐ­τή ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα ἐ­νι­σχύ­ε­ται καί ἀ­πό τούς ἰ­σχυ­ρι­σμούς γιά τόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο, πού βρί­σκε­ται ἔ­ξω ἀ­πό τήν ὀρ­γά­νω­ση: Θά κα­τα­στρα­φεῖ ἄν δέν μᾶς ἀ­κο­λου­θή­σει· ὅ­λο καί χει­ρο­τε­ρεύ­ει! Τέ­τοι­ος πα­νι­κός μπορεῖ νά ἀ­πο­τε­λέ­σει δί­χτυ, γιά νά πα­γι­δευ­τοῦν ἄν­θρω­ποι. Ἄν ὅ­λα αὐ­τά χρη­σι­μο­ποι­η­θοῦν ταυ­τό­χρονα, ἔ­χου­με τό τέ­λει­ο σύ­στη­μα «πλύ­σης τῆς ψυ­χῆς».

Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­να­κά­τε­μα ἀ­πό

  • κα­τευ­θυνό­με­νη ἐμ­πι­στο­σύ­νη,
  • ἀ­πό φό­βο τοῦ πε­ρι­βάλλον­τος καί
  • ἀ­πό τήν τά­ση γιά κα­λυ­τέ­ρευ­ση, ἡ ὁ­ποί­α λει­τουρ­γεῖ μό­νο ὅ­ταν ἀ­κο­λου­θή­σει κα­νείς τή «συν­τα­γή» πού βρί­σκε­ται στά χέρια τοῦ Δα­σκά­λου.

Μέ τήν ἐμ­πι­στο­σύ­νη συν­δέ­ε­ται καί ἡ τά­ση πού καλ­λι­ερ­γεῖ­ται, γιά κα­λυ­τέ­ρευ­ση ὄ­χι τοῦ κα­θε­νός ἀ­το­μι­κά, ἀλ­λά τοῦ συ­νό­λου, γιά τή σω­τη­ρί­α ὅ­λου τοῦ κό­σμου. Ἐ­δῶ γί­νε­ται μετα­τό­πι­ση ἀ­πό τό ἄ­το­μο στό γε­νι­κό σύ­νο­λο, στήν «ἀν­θρω­πό­τη­τα», στόν «κό­σμο». Δέν εἶναι οἱ εἰ­δι­κές ἀ­νάγ­κες, πού πρέ­πει νά ἀν­τι­μετω­πι­στοῦν, ἀλ­λά ὅ­λες οἱ ἀ­νάγ­κες συ­νο­λι­κά. Ἔ­τσι καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἡ στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι στούς γο­νεῖς: Εἶ­στε βέ­βαι­α οἱ γο­νεῖς μου, ἀλ­λά ἐ­γώ πρέπει νά ἐρ­γα­στῶ γιά ὅ­λη τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα! 

Ἡ ψυ­χι­α­τρι­κή θε­ώ­ρη­ση.

Στίς Η.Π.Α. ὑ­πάρ­χει ἡ τά­ση ψυ­χο­λο­γι­κῆς ἀ­να­λύ­σε­ως καί ψυ­χο­λο­γι­κῆς – ψυ­χι­α­τρι­κῆς ἀν­τι­με­τω­πί­σε­ως τῆς ὅ­λης κα­τα­στά­σε­ως πού δη­μι­ουρ­γεῖ­ται στά θύ­μα­τα τῶν αἱ­ρέ­σε­ων καί τῆς πα­ρα­θρη­σκεί­ας. Μί­α τέ­τοι­α ἀν­τι­με­τώ­πι­ση ὅ­ταν ἀ­πο­λυ­τοποι­η­θεῖ, πα­ρα­κάμ­πτει τό πλέ­ον βα­σι­κό αἴ­τιο κα­τα­φυ­γῆς νε­α­ρῶν κυ­ρί­ως ἀ­τό­μων στό χῶ­ρο τῆς πα­ρα­θρη­σκεί­ας.

Σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο κρίνου­με ἀ­πα­ραί­τη­το νά πα­ρα­θέ­σου­με στή συνέ­χεια ὅ­σα σχε­τι­κά ἀ­να­φέ­ρου­με στό βι­βλί­ο μας «Ἡ χα­μέ­νη ἀ­θω­ό­τη­τα —πε­ρι­πλα­νή­σεις σέ δρό­μους τοῦ Ἑ­ω­σφό­ρου» (Ἀ­θή­να 1994, σ. 40-48): Τά αἴ­τια τῆς ἐ­ξα­πλώ­σε­ως τῶν πα­ρα­θρησκευ­τι­κῶν καί ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κῶν – νε­ο­σα­τα­νιστι­κῶν ὁ­μά­δων δέν βρί­σκον­ται στά κε­νά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἤ του­λά­χι­στον δέν ἔ­χουν κα­τ’ ἀρ­χήν σχέ­ση μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Σχε­τί­ζον­ται μέ τήν κρί­ση τῆς «θρη­σκεί­ας τῆς ἐκ­κο­σμι­κεύσε­ως», μέ τό γκρέ­μι­σμα τοῦ νέ­ου εἰ­δώ­λου, στό ὁ­ποῖ­ο οἱ λά­τρεις του προ­σέ­βλε­παν γιά σω­τη­ρί­α. Ὁ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός ἄν­θρω­πος τῆς «Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς» ἔ­χει σάν κα­τα­φύ­γιο τή θεω­ρη­τι­κή ψυ­χο­λο­γί­α, ὄ­χι τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ζεῖ σέ κα­τά­στα­ση ἀ­πο­γο­η­τεύ­σε­ως στήν ὁ­ποί­α ὁ­δη­γή­θη­κε ἀ­πό τήν «θρη­σκεί­α» τῆς ἐκ­κο­σμικεύ­σε­ως· αὐ­τό ἦ­ταν τό εἴ­δω­λό του ὄ­χι ὁ Θε­ός τόν ὁ­ποῖ­ο κη­ρύτ­τει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ πα­λαι­ά ἄ­πο­ψη πώς ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γνώση καί ὁ τε­χνι­κός πο­λι­τι­σμός θά λύ­σουν τά προ­βλή­μα­τα ἑ­νός λα­οῦ ἤ καί τῆς ἀν­θρω­πό­τητας ὁ­λό­κλη­ρης, εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη γιά τό ση­με­ρινό χά­ος. Ὅ­σοι τήν ὑ­πο­στή­ρι­ξαν καί ὅ­ποι­οι θέ­λη­σαν νά τήν ἐ­πι­βά­λουν εἶ­ναι ἔ­νο­χοι.

Εἶ­ναι ἀ­συγ­χώ­ρη­τοι ἐ­κεῖ­νοι πού ἐρ­γάζον­ται γιά τήν ἐ­πι­κρά­τη­σή της σέ πε­ρι­ο­χές σάν τή χώ­ρα μας, ἀ­κό­μη καί σή­με­ρα, ἐ­νῶ ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι σέ θέ­ση νά γνω­ρί­ζουν πλέ­ον ποι­ά θά εἶ­ναι τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα αὐ­τῆς τῆς ἐ­πι­βο­λῆς. Ὅ­ταν τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα αὐ­τά γί­νουν ἀν­τι­λη­πτά ἀ­πό ὅ­λους, δέν ἀ­πο­κλεί­ε­ται τό­τε οἱ ἴ­διοι αὐ­τοί κύ­κλοι νά σπεύ­σουν νά ἐ­πιρ­ρί­ψουν τήν εὐ­θύνη στήν Ἐκ­κλη­σί­α, χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας τό ὅ­λο πρό­βλη­μα «θρη­σκευ­τι­κό». Ὅ­μως καί ἡ θρη­σκεί­α ἀ­πο­τε­λεῖ πα­ρα­δεδο­μέ­νη δύ­να­μη, πού κι αὐ­τή, του­λά­χι­στον στή Δύ­ση, συν­δέ­θη­κε μέ τόν ὀρ­θο­λο­γι­σμό, ὁ ὁ­ποῖ­ος βρῆ­κε εἴ­σο­δο στή θε­ο­λο­γί­α.

Γι’ αὐ­τό καί ἐ­κεί­νη μέ τούς φο­ρεῖς τῆς ἐκ­κο­σμι­κευ­μένης πί­στε­ως ἔ­χει χά­σει ἔ­δα­φος στή συ­νεί­δη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­ζη­τᾶ νά συμ­πληρώ­σει τό κε­νό πού τοῦ ἔ­χει δη­μι­ουρ­γη­θεῖ. Tέ­τοι­ες «λύ­σεις» προ­σφέ­ρουν οἱ ποι­κί­λες αἱ­ρέ­σεις καί οἱ πα­ρα­θρη­σκευ­τι­κές, ἀ­πο­κρυφι­στι­κές – νε­ο­σα­τα­νι­στι­κές ὁ­μά­δες.

Ἡ νέ­α κί­νη­ση εἶ­ναι φυ­σι­κό νά βρί­σκει ἀ­πή­χη­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο στούς κύ­κλους τῶν δι­α­νο­ου­μέ­νων, σέ ἐ­κεί­νους πού κα­τέ­χουν τήν ὁ­ρο­λο­γί­α καί θέ­τουν ἐ­ρω­τή­μα­τα μέ πε­ρισ­σότε­ρη ἔμ­φα­ση· ἐ­ρω­τή­μα­τα πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στή νο­η­μα­το­δό­τη­ση τοῦ κό­σμου.

Ὁ Ἑλ­βε­τός κα­θη­γη­τής τῆς κοι­νω­νι­κῆς ψυ­χο­λο­γί­ας Dr. G­e­r­h­a­rd S­c­h­m­i­d­t­c­h­en, στήν ἔ­ρευ­να πού ἔ­κα­νε μέ χρη­μα­το­δό­τη­ση τοῦ Γερ­μα­νοῦ ὁ­μο­σπον­δια­κοῦ ύ­πουρ­γοῦ γιά τήν Νε­ό­τη­τα, τήν Οἰ­κο­γέ­νεια, τήν Γυ­ναί­κα καί τήν Ὑ­γεί­α καί δη­μο­σι­εύ­θη­κε τό 1987 μέ τίτ­λο «Αἱ­ρέ­σεις καί Ψυ­χο­πο­λι­τι­σμός. Ἔ­κτα­ση καί Δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τῶν θρη­σκει­ῶν τῆς νε­ό­τη­τας στήν Ὁ­μο­σπον­δια­κή Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μανί­ας», ἀ­να­φέ­ρει: «Ἡ δι­α­νο­η­τι­κή πο­λι­τι­στι­κή παι­δεί­α δέν προ­σφέ­ρει βι­ώ­μα­τα καί αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Ὁ­ρίζον­τες δι­α­νοί­γον­ται καί μ’ αὐ­τόν τόν τρόπο ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται οἱ δυ­να­τό­τη­τες στα­θε­ροῦ συ­ναι­σθη­μα­τι­κοῦ πα­ρά­γον­τος καί τά νέ­α πνευ­μα­τι­κά οἰ­κο­δο­μή­μα­τα δέν προ­σφέ­ρονται ὡς ἕ­νας ὁ­πωσ­δή­πο­τε θε­τι­κός βι­ω­μα­τι­κός κό­σμος, ὡς πα­τρί­δα. Ἐ­κεῖ πού τό πνεῦ­μα ἐμ­φα­νί­ζε­ται βα­σι­κά ὡς ἐ­ξα­ναγ­κα­σμός ἀ­πό­δοσης καί τό πρό­σω­πο κα­θί­στα­ται ὄρ­γα­νο γιά τίς λει­τουρ­γί­ες στίς μον­τέρ­νες ἐ­πι­στη­μο­νι­κές, φορ­μα­ρι­σμέ­νες ὀρ­γα­νώ­σεις, ἡ ψυ­χή θά ἀρ­χίσει νά ἀ­να­ζη­τᾶ ἄλ­λες κα­τοι­κί­ες» [G. S­c­h­m­i­d­t­c­h­en, S­e­k­t­en u­nd P­s­y­c­h­o­k­u­l­t­ur. R­e­i­c­h­w­e­i­te u­nd A­k­t­i­v­i­t­ät v­on J­u­g­e­n­d­r­e­l­i­g­i­o­n­en in d­er B­u­n­d­e­s­r­e­p­u­b­l­ik D­eu­t­s­c­h­l­a­nd, 1987, σ. 67].

Στά ἴ­δια συμ­πε­ρά­σμα­τα κα­τα­λή­γει καί ἡ Ἔκ­θε­ση τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Νε­ό­τη­τας καί Οἰ­κογέ­νειας στό Βε­ρο­λί­νο: «Στό με­τα­ξύ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να γε­γο­νός πού δέν ἀμ­φι­σβη­τεῖ­ται, ὅ­τι οἱ ἐ­πι­τυ­χί­ες τῶν κι­νή­σε­ων μπο­ροῦν νά κα­τα­νο­η­θοῦν μό­νο στό βά­θος εὐ­ρέ­ως δι­α­δε­δο­μέ­νων ἀ­ναγ­κῶν, γιά τίς ὁ­ποῖ­ες οἱ κα­θι­ε­ρω­μέ­νες μορ­φές θρησκευ­τι­κῶν καί κοι­νω­νι­κῶν προ­σφο­ρῶν δέν προ­σφέ­ρουν ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κές δυ­να­τό­τη­τες. Τό θέ­μα τῆς ὕ­παρ­ξης καί ἡ εὐ­ρεί­α δι­ά­δο­ση ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­των καί συγ­κε­χυ­μέ­νων ἀ­ναγ­κῶν ἐ­πι­ση­μαί­νουν φαι­νό­με­να κοι­νω­νι­κῶν ἐλ­λείψε­ων.

Μί­α ἔν­δει­ξη ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ αἴ­σθη­ση μιᾶς κα­θο­λι­κῆς κρί­σε­ως νο­ή­μα­τος. Αὐ­τή εἶ­ναι μί­α ἀν­τί­δρα­ση στό ὅ­τι ἡ πί­στη στήν πρό­ο­δο πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν τε­χνι­κή καί στήν ἔ­ρευ­να τῆς φύ­σε­ως, πού ἔ­λα­βε τή λει­τουρ­γί­α ἑ­νός ἐκκο­σμι­κευ­μέ­νου ὑ­πο­κα­τά­στα­του θρη­σκεί­ας, ἀμ­φι­σβη­τή­θη­κε. Ἐ­ξάλ­λου ἡ ἰ­δέ­α τῆς προ­ό­δου τῆς ἀν­θρωπό­τη­τας, ὅ­πως δι­α­κη­ρύ­χθη­κε στή δι­α­φώ­τιση, πε­ρι­ο­ρί­στη­κε ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο στήν τε­χνι­κή πρό­ο­δο.

Τό ἐ­ρώ­τη­μα γιά τό νό­η­μα τῆς ζω­ῆς, ἡ ἀ­νάγ­κη νά δο­θεῖ στή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που ἕ­να νό­η­μα πού δέν θε­με­λι­ώ­νε­ται στόν ἑ­αυ­τό του, ἐμ­φα­νί­ζε­ται ξα­νά ἐ­νι­σχυ­μένη σέ πρώ­τη γραμ­μή. Ἄν αὐ­τά δέν ἀ­να­γνωρι­στοῦν καί δέν ἀν­τι­με­τω­πι­στοῦν ἀ­πό τούς ὑ­φι­στα­μέ­νους φο­ρεῖς, θά σχη­μα­τί­σουν ἕ­να εὔ­φο­ρο ἔ­δα­φος γιά μυ­στι­κι­σμό καί πνευ­ματι­κό­τη­τα». [D­er S­e­n­a­t­or f­ur J­u­g­e­nd u­nd F­a­m­i­l­ie, I­n­f­o­r­m­a­t­i­o­n­en u­b­er N­e­ue R­e­l­i­g­iö­se u­nd W­e­l­t­a­n­s­c­h­a­u­l­i­c­he B­e­w­e­g­u­n­g­en u­nd S­o­g­e­n­ann­t­en P­s­y­c­h­o­g­r­u­p­p­en, B­e­r­l­in 1987, σ. 8]

Στίς 10 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1996 δό­θη­κε στή δημο­σι­ό­τη­τα Εἰ­δι­κή Ἔκ­θε­ση γιά τίς αἱ­ρέ­σεις, τήν ὁ­ποί­α συ­νέ­τα­ξε τό γαλ­λι­κό κοι­νο­βού­λιο. Στήν ἐ­φη­με­ρί­δα Le M­o­nd (Τό Βῆ­μα 21.1.1996) ἀ­να­φέ­ρε­ται σχε­τι­κά: «Ἡ κοι­νο­βου­λευ­τι­κή ἐ­πι­τρο­πή δέν πι­στεύει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο προ­φίλ γιά τά μέ­λη τῶν αἱ­ρέ­σε­ων. Μπο­ρεῖ ἡ συμ­μετο­χή σέ μί­α αἵ­ρε­ση νά ἀ­πο­τε­λεῖ συ­χνά μί­α ἀ­πάν­τη­ση σέ κοι­νω­νι­κές ἤ οἰ­κο­γε­νεια­κές συγ­κρού­σεις, ἀλ­λά τό θέ­μα τῆς «προ­σω­πικῆς τε­λει­ο­ποί­η­σης» ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­ναν ἀ­πό τούς ἰ­σχυ­ρό­τε­ρους πα­ρά­γον­τες πού προ­σελ­κύ­ουν ἀν­θρώ­πους πού δέν εἶ­χαν καμ­μί­α σχέ­ση μέ αἱ­ρέ­σεις: φοι­τη­τές, μέ­λη τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­λίτ καί κυ­ρί­ως ἐ­πι­στή­μο­νες. Γιά ποι­ό λό­γο;

Ἡ ἔκ­θε­ση τό ἀ­πο­δί­δει στή δυ­σκο­λί­α πού ἔ­χουν ὁ­ρι­σμέ­νοι ἐ­πι­στή­μο­νες νά ἀν­τέ­ξουν τήν ἰ­δέ­α τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας, πρᾶγμα πού ἔ­χει ὡς συ­νέ­πεια τήν προ­σέλ­κυ­σή τους ἀ­πό κι­νή­μα­τα πού προ­τεί­νουν συ­νο­λικές ἀ­παν­τή­σεις στά ἐ­ρω­τή­μα­τά τους».

Οἱ θέ­σεις αὐ­τές, ἐ­πι­ση­μαί­νουν τά κε­νά τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν τῆς Δύ­σε­ως, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τά ἕ­να τρό­πο ὀρ­θο­λο­γι­κο­ποί­η­σαν τήν πί­στη καί τή θεί­α λα­τρεί­α, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν ἐ­πί­σης τό γεγο­νός ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος, ὅ­ταν ἀ­πο­δη­μή­σει ἀ­πό τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καί ἀ­πο­λυ­το­ποι­ή­σει τίς κατα­κτή­σεις τῆς δι­α­νοί­ας του, μέ­νει χω­ρίς πνευμα­τι­κή πα­τρί­δα καί βγαί­νει σέ ἀ­να­ζή­τη­ση.

Ἡ δι­α­πί­στω­ση αὐ­τή φέ­ρει βα­σι­κό μή­νυ­μα σέ μᾶς τούς ση­με­ρι­νούς Ἕλ­λη­νες. Για­τί δί­δεται ἡ ἐν­τύ­πω­ση πώς ἡ χώ­ρα μας βα­δί­ζει ἕ­να δρό­μο πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­ή­σε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Βα­σι­κά συμ­πτώ­μα­τα ἀ­πο­τε­λοῦν οἱ προ­σπάθει­ες θρη­σκευ­τι­κοῦ ἀ­πο-χρω­μα­τι­σμοῦ τῆς νομο­θε­σί­ας καί ὁ πα­ρα­με­ρι­σμός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πό τήν ἐκ­παί­δευ­ση καί ἀ­πό τήν κοι­νω­νι­κή καί ἐ­θνι­κή ζω­ή τοῦ τό­που. Ἄν θε­λή­σου­με νά ἐ­ρευ­νή­σου­με συ­στη­μα­τικά τό θέ­μα αὐ­τό, θά ἀ­να­κα­λύ­ψου­με πώς ἡ συστη­μα­τι­κή αὐ­τή προ­σπά­θεια θρη­σκευ­τι­κοῦ ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμοῦ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας σχε­τί­ζε­ται καί μέ τούς στό­χους καί τίς με­θοδεύ­σεις δε­κα­ε­τι­ῶν τοῦ πα­ρα­θρη­σκευ­τι­κοῦ ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κοῦ χώ­ρου. Τό πρᾶγ­μα δέν γί­νεται ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως ἀν­τι­λη­πτό για­τί πολ­λές δε­κα­ε­τί­ες τώ­ρα οἱ κύ­κλοι αὐ­τοί ἐρ­γά­στη­καν συ­στη­μα­τι­κά καί κα­τά­φε­ραν νά συν­δέ­σουν τίς προ­σπά­θει­ές τους μέ τά δῆ­θεν ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα καί μέ τήν ἔν­νοι­α τοῦ «συγ­χρόνου προ­ο­δευ­τι­κοῦ κρά­τους».

Ἀ­πό τό ἄλ­λο μέ­ρος ἡ προ­πα­γάν­δα αὐ­τή ἀ­πο­σκο­ποῦ­σε στό νά «πε­ρά­σει» αὐ­τές τίς «προ­ο­δευ­τι­κές» ἰ­δέ­ες στούς «ἐγ­κε­φά­λους» τῶν ἀν­θρώ­πων πού, λό­γῳ τῆς θέ­σε­ώς τους, εἶ­χαν τή δυ­να­τό­τη­τα νά καλ­λι­ερ­γή­σουν στό λα­ό τό ἀ­νά­λο­γο «φρό­νη­μα»καί νά πραγ­ματο­ποι­ή­σουν βαθ­μια­ῖα τά σχέ­δια αὐ­τά, χω­ρίς νά ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται πώς δέν πρό­κει­ται γιά δι­κές τους ἰ­δέ­ες, ἀλ­λά γιά με­θο­δεύ­σεις τῆς πα­ρα­θρη­σκεί­ας πού συμ­πλέ­κε­ται πλέ­ον μέ τήν πο­λι­τι­κή.

Εἶ­ναι βέ­βαι­ο πώς δέν ἔ­χου­με, δυ­στυ­χῶς, ἀν­τι­λη­φθεῖ τήν τρα­γι­κό­τη­τα, στήν ὁ­ποί­α ὁ­δήγη­σε τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα ἀ­πολυ­το-­ποί­η­ση τῆς ἐ­πι­στή­μης, τῆς ψυ­χο­λο­γί­ας, τοῦ τε­χνι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Ἡ «θρη­σκεί­α» τῆς ἐκ­κο­σμι­κεύσε­ως δέν ὁ­δή­γη­σε σέ λύ­σεις, ἀλ­λά σέ ἀ­δι­έ­ξοδα. Ἕ­νας ἀν­τι­κει­με­νι­κός πα­ρα­τη­ρη­τής θά ἔ­λε­γε πώς βρι­σκό­μα­στε σή­με­ρα στήν εὐ­χάρι­στη θέ­ση νά μή χρει­α­ζό­μα­στε πει­ρά­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­κα­ναν ἄλ­λοι καί ἀ­πέ­τυ­χαν. Αὐ­τό ὅ­μως ση­μαί­νει πώς ἐ­πι­θυ­μοῦ­με καί εἴ­μα­στε σέ θέ­ση νά δι­δα­χθοῦ­με ἀ­πό τίς ἀ­πο­τυ­χί­ες τῶν ἄλ­λων. Ἄν τό ἀ­γνο­ή­σου­με αὐ­τό, ὡς ἄ­τομα ἤ καί ὡς ἔ­θνος, θά εἴ­μα­στε ἀ­δι­και­ο­λό­γητοι.

Ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς νέ­ας «εἰ­κο­νο­μα­χί­ας» εἶναι πλέ­ον ξε­πε­ρα­σμέ­νη. Δέν χρει­α­ζό­μα­στε τό­σο, ὅ­σο νο­μί­ζου­με, μη­χα­νι­κούς, ἀλ­λά λειτουρ­γούς στό ἔρ­γο τῆς οἰ­κο­δο­μῆς τῆς «νέ­ας κτί­σε­ως» καί δι­α­κό­νους τῶν μυ­στη­ρί­ων τοῦ Κυ­ρί­ου. Οἱ ὀ­πα­δοί τῆς «θρη­σκεί­ας» τῆς ἐκ­κο­σμικεύ­σε­ως πί­στευ­αν πώς, ἄν γνω­ρί­σουν τούς νό­μους τῆς φύ­σε­ως καί τούς νό­μους τῆς ψυ­χῆς τοῦ ἀν­θρώ­που, θά μπο­ρέ­σουν νά δημι­ουρ­γή­σουν ἕ­να ἐν­τε­λῶς νέ­ο κό­σμο. Ὅ­μως βα­σί­στη­καν σέ λαν­θα­σμέ­νη ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τοῦ ση­με­ρι­νοῦ κό­σμου καί τοῦ ση­με­ρι­νοῦ ἀν­θρώπου.

Για­τί ὁ ἄν­θρω­πος καί ὁ κό­σμος βρί­σκονται σή­με­ρα στήν κα­τά­στα­ση τῆς πτώ­σε­ως καί τῆς φθο­ρᾶς. Ἄν λοι­πόν ἀ­πο­λυ­το­ποι­ή­σουμε τόν ἄν­θρω­πο τῆς πτώ­σε­ως, δέν μπο­ροῦ­με νά τόν ὁ­δη­γή­σου­με στήν «και­νή κτί­ση». Ὅ­μως οἱ χρι­στια­νοί δέν ἀ­πο­λυ­το­ποι­οῦν τόν ἄν­θρω­πο τῆς πτώ­σε­ως καί δέν τόν ἐ­κλαμβά­νουν ὡς «μον­τέ­λο». Κη­ρύτ­τουν τό νέ­ο ἄν­θρω­πο, πού προ­έ­κυ­ψε ἀ­πό τήν ἕ­νω­ση τοῦ Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ μέ τή δι­κή μας ἄρρω­στη ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, τό Θε­άν­θρω­πο. Ὁ Χρι­στός ἀ­νέ­γει­ρε τόν πε­σμέ­νο ἄν­θρω­πο καί τόν ὁ­δή­γη­σε, μέ­σῳ τοῦ θα­νά­του, στή νί­κη κατά τοῦ θα­νά­του καί τῆς φθο­ρᾶς καί τοῦ χά­ρισε τήν ἐλ­πί­δα τῆς ἀ­φθαρ­σί­ας. Μέ τήν ἔ­λευ­ση τοῦ Χρι­στοῦ ἡ ἀ­νά­στα­ση θά γί­νει δι­κό μας κτῆ­μα. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Θε­οῦ θά ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ τό­τε ἀ­πό τή δου­λεί­α τῆς φθορᾶς, καί θά εἰ­σέλ­θει «εἰς τήν ἐ­λευ­θε­ρί­αν τῆς δό­ξης τῶν τέ­κνων τοῦ Θε­οῦ» (Ρωμ. η 21).

Δυ­στυ­χῶς ἡ εὐ­θύ­νη τῆς ἐκ­κο­σμί­κευ­σης καί τῆς ἀ­πο­λυ­το-ποί­η­σης τῆς ἐ­πι­στή­μης δέν ἔ­χει γί­νει ἀν­τι­λη­πτή ἀ­πό με­ρι­κούς «εἰ­δι­κούς» ἀ­πό τόν χῶ­ρο τῶν ψυ­χο­λό­γων – ψυ­χιά­τρων ἤ καί τῶν ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι λό­γῳ δια­φο­ρε­τι­κῆς κο­σμο­θε­ω­ρια­κῆς το­πο­θε­τή­σε­ως, ἀν­τι­στρέ­φουν τά πράγ­μα­τα καί προ­βάλ­λουν τή βα­σι­κή αἰ­τί­α τοῦ κα­κοῦ ὡς «φάρ­μα­κο», καί μά­λι­στα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό, γιά τήν «πρόλη­ψη». 

Ἔ­τσι, σέ ἐ­πί­ση­μη σύ­σκε­ψη στήν Παλ­λήνη (14.1.1994), ψυ­χί­α­τρος ἀ­να­φε­ρό­με­νος στά αἴ­τια τῆς ἐ­ξα­πλώ­σε­ως τοῦ ἀ­πο­κρυ­φι­σμοῦ – ἑ­ω­σφο­ρι­σμοῦ ἤ νε­ο­σα­τα­νι­σμοῦ, ὑ­πο­γράμ­μισε πώς τά φαι­νό­με­να αὐ­τά δέν ἔ­χουν ἀν­τα­νάκλα­ση στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα· θε­με­λι­ώ­νον­ται στή δει­σι­δαι­μο­νί­α καί στίς ψευ­δεῖς δο­ξα­σί­ες πε­ρί ὑ­πάρ­ξε­ως ὑ­περ­βα­τι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων. Ἔ­τσι, κα­τά τήν ἀν­τί­λη­ψη αὐ­τή, αἰ­τί­α τοῦ κα­κοῦ εἶ­ναι οἱ ἀ­πό­ψεις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πε­ρί ὑ­πάρ­ξε­ως Σα­τα­νᾶ καί ἡ πί­στη σέ ὑ­περ­βα­τικές κα­τα­στά­σεις. «Ὅ­σο ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γνώση προ­χω­ρά­ει, τό­σο ἐ­κμη­δε­νί­ζε­ται ἡ δει­σι­δαιμο­νί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­πί­θε­ση ἐ­ναν­τί­ον τῆς λο­γι­κῆς κα­θα­ρό­τη­τας καί τῆς δι­ά­νοι­ας, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­πα­ρά­γει αὐ­τά τά φαι­νό­με­να».

Δέν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α πώς μί­α μορ­φή νε­ο­σα­τα­νι­σμοῦ εἶ­ναι ὁ λε­γό­με­νος ψυ­χω­τι­κός σα­τα­νι­σμός. Τό νά ἀ­πο­λυ­το-ποι­ή­σει ὅ­μως κανείς αὐ­τή τή μορ­φή καί νά τή γε­νι­κο­ποι­ή­σει ἀ­πο­τε­λεῖ τρο­μα­κτι­κό σφάλ­μα μέ ἀρ­νη­τι­κές ἐ­πι­πτώ­σεις γιά τά θύ­μα­τα τῶν ἀ­πο­λύ­των ἐ­ξαρ­τή­σε­ων, πού εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα συγ­χρό­νων «ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν» με­θο­δεύ­σε­ων ἀ­πό μέρους ποι­κί­λων ὁ­μά­δων. Αὐ­τές οἱ με­θο­δεύ­σεις ἀ­πο­τε­λοῦν πολ­λές φο­ρές βί­αι­η ἐ­πέμ­βα­ση στήν προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που καί δημι­ουρ­γοῦν ἀ­κραῖ­ες κα­τα­στά­σεις καί ὁ­ρια­κές ἐμ­πει­ρί­ες μέ ἀ­νά­λο­γους κιν­δύ­νους γιά τήν ψυ­χι­κή ὑ­γεί­α.

Τά ψυ­χο­λο­γι­κά – ψυ­χι­α­τρι­κά ἐγ­χει­ρί­δια δέν ἀ­να­φέ­ρον­ται σέ τέ­τοι­α προβλή­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α ἐκ­δη­λώ­θη­καν κυ­ρί­ως στή δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970, μέ τήν ἐμ­φά­νι­ση καί τή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τῶν λε­γο­μέ­νων ψυ­χο­λατρει­ῶν καί νε­ο­σα­τα­νι­στι­κῶν – ἑ­ω­σφο­ρι­κῶν ὁ­μά­δων πού δη­μι­ουρ­γή­θη­καν στή δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1960.

Δέν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α πώς αὐ­τές οἱ θέσεις, πού προ­βάλ­λον­ται ἀ­πό με­ρι­κούς ψυ­χιάτρους καί ψυ­χο­λό­γους ἀ­να­λό­γων σχο­λῶν, ὅ­πως τίς πε­ρι­γρά­ψα­με πιό πά­νω, ἀ­πο­τε­λοῦν τίς προ­σω­πι­κές τους θρη­σκευ­τι­κές ἀν­τι­λή­ψεις ἤ τίς θρη­σκευ­τι­κές δο­ξα­σί­ες τῶν ὁ­μά­δων στίς ὁ­ποῖ­ες ἀ­νή­κουν. Δέν εἶ­ναι θέ­σεις ἐ­πι­στη­μο­νικές ἀλ­λά «ἀ­λή­θει­ες» θρη­σκευ­τι­κῆς τά­ξε­ως.

Ἐ­δῶ, δη­λα­δή, δέν ἔ­χου­με ἀ­πό τό ἕ­να μέ­ρος τήν «ἐ­πι­στή­μη» καί ἀ­πό τό ἄλ­λο τήν Ἐκ­κλησί­α, ἀλ­λά τή θρη­σκεί­α τῆς ἐκ­κο­σμι­κεύ­σε­ως, πού εἶ­ναι βα­σι­κή αἰ­τί­α δη­μι­ουρ­γί­ας τῶν ὑ­παρ­ξια­κῶν κε­νῶν καί ἑ­πο­μέ­νως, τῶν ἀ­ναζη­τή­σε­ων τῶν νέ­ων καί ποι­κί­λων «προ­σφορῶν» ἀμ­φι­βό­λου ποι­ό­τη­τος, καί τίς θέ­σεις τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­ες δέν δη­μι­ουρ­γοῦν ὑ­παρ­ξια­κά κε­νά.

(Γ΄ μέρος)

Πρό­κει­ται λοι­πὸν γιὰ κα­τά­λοι­πα τῆς «θρησκεί­ας τῆς ἐκ­κο­σμι­κεύ­σε­ως», ποὺ δι­α­σώ­ζονται ἀ­κό­μη στὶς δο­ξα­σί­ες με­ρι­κῶν ψυ­χο­λό­γων καὶ ψυ­χιά­τρων, οἱ ὁποῖ­οι προ­βάλ­λουν τὴ βα­σι­κὴ αἰ­τί­α τοῦ κα­κοῦ ὡς τὴ «λύ­ση». Λαμ­βάνουν ὡς «μον­τέ­λο» τὸν πτω­τι­κὸ ἄν­θρω­πο μὲ ὅλα τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ του κε­νά καὶ τὸν ἀ­πο­λυ­τοποι­οῦν. Ἔ­τσι ὁ Σα­τα­νᾶς μπο­ρεῖ νὰ μὴν ἔρ­χεται πρώ­τος, ἔρ­χε­ται ὅ­μως σί­γου­ρα δεύ­τε­ρος, καὶ ἐμ­φα­νί­ζε­ται πάν­το­τε ὅπου ὑ­πάρ­ξουν κε­νὰ καί προ­παν­τός, ἐ­κεῖ ποὺ ὁ ἄν­θρω­πος μὲ «νύ­χια καὶ μὲ δόν­τια» ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται τὴν αὐ­το­νο­μί­α του καὶ μὲ δογ­μα­τι­κὸ καὶ ἀ­δι­άλλα­κτο τρό­πο χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴν πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σὲ κά­θε τί ὑ­περ­βα­τι­κὸ ὡς με­σαί­ω­να καὶ δει­σι­δαι­μο­νί­α.

Ὅ­ταν μά­λι­στα ἡ θέ­ση αὐ­τὴ προ­βάλ­λε­ται ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν γνω­ρί­ζουν τὸ ὅλο σκη­νι­κὸ τῶν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κῶν αἱ­ρέ­σε­ων καὶ τοῦ πα­ρα­θρη­σκευ­τι­κοῦ χώ­ρου, καὶ χα­ρακτη­ρί­ζουν τὰ θύ­μα­τα τῶν ὁμά­δων αὐ­τῶν ὡς ἀν­τι­κοι­νω­νι­κὲς προ­σω­πι­κό­τη­τες μὲ ἐγ­κλη­ματι­κὲς προ­δι­α­θέ­σεις, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν τὶς «δει­σι­δαι­μο­νί­ες» ὡς θε­ω­ρη­τι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο, τό­τε ἡ τυ­χὸν «ἀ­γω­γή» ποὺ θὰ τοὺς συ­στήσουν θὰ εἶναι καὶ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κὴ καὶ ἐ­πι­ζή­μια γιὰ τὴν ψυ­χι­κὴ τους ὑ­γεί­α.

Μὲ αὐ­τὸ δὲν θέ­λου­με νὰ ἀ­πορ­ρί­ψου­με τὴν προ­σφο­ρὰ τῆς ψυ­χι­α­τρι­κῆς, μά­λι­στα σὲ κλι­νι­κὲς πε­ρι­πτώ­σεις. Αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πορ­ρί­πτουμε εἶναι ἡ ἀ­πο­λυ­το­ποί­η­ση τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς δο­ξα­σί­ας αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων, ποὺ δι­α­κηρύτ­τε­ται ὡς δῆθεν «ἐ­πι­στη­μο­νι­κή», ἐ­νῶ ταυτό­χρο­να χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὸ χρι­στια­νὸ ποὺ πι­στεύ­ει στὴν ὕ­παρ­ξη ὑ­περ­βα­τι­κῆς πραγ­ματι­κό­τη­τας ὀ­πα­δὸ τοῦ με­σαί­ω­να καὶ σκο­ταδι­στή.

Οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πρέ­πει νὰ ἀ­να­λά­βουν τὶς εὐ­θύ­νες τους γιὰ τὶς δι­κὲς τους πα­ρα­λεί­ψεις καὶ γιὰ τὰ δι­κὰ τους κε­νά. Ὅ­μως καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ θέ­λουν νὰ ὑ­πε­ρασπί­ζον­ται τὰ κα­τά­λοι­πα τῆς θρη­σκεί­ας τῆς ἐκ­κο­σμι­κεύ­σε­ως ὀ­φεί­λουν νὰ ἀ­να­λά­βουν τὶς δι­κὲς τους τε­ρά­στι­ες εὐ­θύ­νες. Μὲ μί­α τέ­τοι­α λα­θε­μέ­νη «γνω­μά­τευ­ση» εἶναι φυ­σι­κὸ νὰ ὁδη­γη­θεῖ κα­νείς σὲ λα­θε­μέ­νη ἀν­τι­με­τώ­πι­ση.

Ἔ­τσι στὴν Παλ­λή­νη προ­τά­θηκαν δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα, ὅπως ἡ δη­μι­ουρ­γί­α πο­λι­τι­στι­κῆς κοι­νό­τη­τας νέ­ων, ἀ­θλη­τι­κοί, ποδο­σφαι­ρι­κοί, σκα­κι­στι­κοὶ ἀ­γῶ­νες, νε­α­νι­κὸ θέ­α­τρο, δη­μο­τι­κὸς κι­νη­μα­το­γρά­φος καὶ πολλὰ ἀλ­λὰ ποὺ θὰ «γε­μί­σουν» τὸν ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο τῶν νέ­ων. Ὅ­μως χω­ρὶς νὰ ὑ­πο­τι­μοῦ­με ὅλα αὐ­τὰ τὰ σπου­δαῖ­α πράγ­μα­τα, πρέ­πει νὰ πα­ρα­τη­ρήσου­με πὼς δὲν λύ­νουν τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ προ­βλήμα­τα τῶν νέ­ων, τὰ ὁποῖ­α εἶναι ἡ αἰ­τί­α τῆς ἀ­να­ζη­τή­σε­ως καὶ τῆς πε­ρι­πλα­νή­σε­ώς των. ‘

Γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει κα­νείς μιὰ πο­λι­τι­στι­κὴ κοι­νό­τη­τα πρέ­πει προ­η­γου­μέ­νως νὰ προσ­διο­ρί­σει τὴν ὑ­παρ­ξια­κὴ του ταυ­τό­τη­τα, τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τὶς ἀ­ξί­ες ποὺ τὴν συ­νι­στοῦν. Πά­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν ταυ­τό­τη­τα οἰ­κο­δο­μεῖ­ται ἕνας πο­λι­τι­σμὸς καὶ μία πο­λι­τι­στι­κὴ κοι­νό­τητα. Σ’ αὐ­τὴ τὴν κοι­νό­τη­τα θὰ ὑ­πάρ­χει πλέ­ον ἕνα στα­θε­ρὸ «μέ­τρο κρί­σε­ως» καὶ ἕνα ση­μεί­ο ἀ­να­φο­ρᾶς ποὺ θὰ προ­στα­τεύ­ει τοὺς νέ­ους ἀ­πὸ ξέ­νες με­θο­δεύ­σεις καὶ ἐ­πι­κίν­δυ­νες πα­γιδεύ­σεις, προ­ερ­χό­με­νες ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τοῦ ἀ­ποκρυ­φι­σμοῦ καὶ τῆς πα­ρα­θρη­σκεί­ας.

Συ­νο­ψί­ζον­τας τὰ πα­ρα­πά­νω πα­ρα­τη­ροῦμε συμ­πε­ρα­σμα­τι­κὰ ὅ­τι ἡ ἀ­πο­λυ­το­ποί­η­ση τῆς ψυ­χο­λο­γί­ας καὶ τῆς ψυ­χι­α­τρι­κῆς συ­νι­στοῦν με­γά­λο κίν­δυ­νο γιὰ τὴν ποι­μαν­τι­κὴ τῆς Ἐκκλη­σί­ας μας, για­τὶ δὲν λαμ­βά­νει ὑ­πό­ψη της τὸν πνευ­μα­τι­κὸ πα­ρά­γον­τα ὡς αἰ­τί­α ἀ­να­ζη­τήσε­ως, ποὺ ὁδη­γεῖ στὴν πα­γί­δευ­ση σὲ τέ­τοι­ες ὁμά­δες, ἀλ­λὰ καὶ ὡς βα­σι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴν προ­σφο­ρὰ βο­ή­θειας, πρὸς ἀ­πο­δέ­σμευ­ση, «ἀ­πο­το­ξί­νω­ση» καὶ πλή­ρη ἐ­πα­νέν­τα­ξη στὴν ὁ­μα­λὴ ζω­ὴ καὶ στὴν ἐν Χρι­στῷ κοι­νω­νί­α, ἡ ὁποί­α δὲν ἀ­φή­νει πλέ­ον κε­νὰ καὶ δὲν συ­νε­πάγε­ται κιν­δύ­νους πε­ραι­τέ­ρῳ ἀ­να­ζή­τη­σης καὶ πε­ρι­πέ­τει­ες.

Θε­ω­ροῦμε ὅμως, πα­ρὰ ταῦτα, τὰ συμ­πε­ράσμα­τα τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν ψυ­χιά­τρων χρή­σι­μα· γι’ αὐ­τὸ καὶ τὰ πα­ρα­θέ­του­με στὴ συ­νέ­χεια.

Τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ ψυ­χιά­τρου J­o­hn C­l­a­rk

Ὁ ψυ­χί­α­τρος J­o­hn C­l­a­rk, ποὺ ἔ­κα­νε εἰ­δικὲς με­λέ­τες πά­νω στὶς ἀρ­νη­τι­κὲς ἐ­πι­δρά­σεις τῶν ὁ­μά­δων αὐ­τῶν στὴν προ­σω­πι­κό­τη­τα τῶν θυ­μά­των, στη­ρι­ζό­με­νος στὴν κλι­νι­κὴ του πεί­ρα, ἀ­να­φέ­ρει τὰ ἀ­κό­λου­θα στοι­χεῖα στὴ δι­α­δι­κα­σί­α προ­ση­λυ­τι­σμοῦ:

1. Ἀ­πο­χω­ρι­σμός ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια.

2. Ἔν­το­νη πί­ε­ση ἀ­πὸ μέ­ρους τῆς ὁμά­δας.

3. Ἀ­πο­μό­νω­ση ἀ­πὸ τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ περι­βάλ­λον, τὶς ἰ­δέ­ες καὶ τὰ δε­σμὰ τῆς οἰ­κο­γένειας.

4. Στέ­ρη­ση τοῦ ὕ­πνου.

5. Κα­νό­νες αὐ­στη­ροὶ ποὺ ἀ­φο­ροῦν τὴ νηστεί­α.

6. Συ­νε­χὴς ψαλ­μω­δί­α καὶ πε­ρί­ερ­γα ἔ­θι­μα.

7. Τρο­μο­κρα­τί­α, ποὺ ἐκ­δη­λώ­νε­ται μὲ συχνὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις.

8. Κα­νό­νες ὑ­γεί­ας ὑ­περ­βο­λι­κοί, κα­τα­ναγκα­σμὸς στὴ φτώ­χεια καὶ στὴν ὑ­πο­τα­γή.

Γιὰ νὰ προ­ση­λυ­τί­σει κα­νείς ἄ­το­μα ποὺ βρίσκον­ται σὲ στά­διο εὐ­πά­θειας, λέ­γει ὁ ψυ­χί­ατρος C­l­a­rk, πρέ­πει νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει ὁ­λό­κλη­ρη σει­ρὰ γε­γο­νό­των, ποὺ τε­λι­κὰ θὰ κα­τα­φέ­ρουν νὰ ὑ­πο­τά­ξουν ἐν­τε­λῶς τὸ πρό­σω­πο αὐ­τὸ καὶ τὸ πνεῦ­μα του.

Κα­τ’ ἀρ­χήν, λέ­γει, πρέ­πει νὰ βρε­θεῖ μί­α ἐ­πα­φὴ μὲ δυ­νη­τι­κοὺς προ­ση­λύ­τους. Ἡ πρώτη ἐ­πα­φὴ ἐ­φαρ­μό­σθη­κε ἀ­πὸ ὅλες τὶς αἱ­ρέσεις ποὺ ξέ­ρουν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­να νὰ τὴν κάνουν ἀ­λη­θι­νὴ τέ­χνη. Με­γά­λη τέ­χνη! Με­ρι­κὲς ἔ­χουν ἔν­τυ­πες ὁ­δη­γί­ες γιὰ τὸ πῶς πρέ­πει νὰ πλη­σιά­ζουν τὸ θύ­μα τους, μὲ ποι­ό τρό­πο μπο­ροῦν νὰ ἀ­σκή­σουν μί­α ὁ­ρι­σμέ­νη πί­ε­ση σὲ κά­θε ἀ­νυ­πο­ψί­α­στο πο­λί­τη καὶ ποι­ός ὁ βαθ­μὸς πι­θα­νό­τη­τος νὰ κά­νουν ὁ­ρι­σμέ­νο ἀ­ριθ­μὸ προ­ση­λύ­των μὲ τὴ βο­ή­θεια συ­νε­χοῦς πι­έ­σε­ως.

Ἂν ἡ ὁμά­δα, κα­τὰ γε­νι­κὸ τρό­πο, δεί­χνει ὅτι εἶναι ἀ­νοι­χτὴ γιὰ ὅλους καὶ φυ­σι­ο­λογι­κή, αὐ­τὸ εἶναι κα­λὸ στοι­χεῖ­ο ἐ­πι­τυ­χί­ας. Ὅ­ταν ἕνα ἀ­πὸ τὰ ἄ­το­μα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἦρ­θαν σ’ ἐ­πα­φή, δη­λώ­νει ὅ­τι εἶναι ἕ­τοι­μο νὰ δε­χθεῖ τὶς γε­νι­κῶς ἁ­πλὲς προ­τά­σεις ποὺ τοῦ ἔ­γι­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἀν­τι­προ­σώ­πους τῆς αἱ­ρέ­σε­ως, τό­τε θὰ ὁ­δη­γη­θεῖ στὶς πρα­κτι­κὲς ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ ὁμά­δα καὶ ποὺ εἶναι σα­φῶς μυ­στη­ρι­ώ­δεις καὶ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νες, μὲ σκο­πὸ νὰ κα­τα­λή­ξουν στὸν προ­ση­λυ­τι­σμό. Χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ πι­έ­σεις ἔν­το­νες, κη­ρύγ­μα­τα, ψέ­μα­τα, ὁ­δη­γί­ες, κα­τάχρη­ση ὁ­ρι­σμέ­νων δυ­να­το­τή­των. Ἐ­δῶ προ­στίθε­ται καὶ ἡ πί­ε­ση ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α τῆς ὁμά­δας.

Αὐ­τὰ εἶναι πράγ­μα­τα ἀ­προσ­δό­κη­τα καὶ ἐν­τε­λῶς και­νού­ργια γιὰ τὸ ἐν λό­γῳ πρό­σω­πο. Τὰ τρα­γού­δια, οἱ ἐ­πανα­λαμ­βα­νό­με­νες προ­σευ­χὲς καὶ ἡ με­τά­δο­ση τῆς σκέ­ψε­ως μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ δι­α­λό­γου, αἰχ­μα­λω­τί­ζουν τὶς νέ­ες ἰ­δε­α­λι­στι­κὲς ψυ­χές· τὶς φυ­λα­κί­ζουν. Αὐ­τὰ τὰ μέ­σα χρη­σι­μο­ποιοῦν­ται συ­νε­χῶς. Ὅ­λα αὐ­τὰ προ­κα­λοῦν τέ­τοι­α ἔν­τα­ση, ὥ­στε με­ρι­κοὶ ποὺ θὰ δε­χθοῦν μί­α τέ­τοι­α πί­ε­ση καὶ ποὺ τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα τους ἐ­πηρε­ά­ζον­ται εὔ­κο­λα, τεί­νουν νὰ πέ­σουν σὲ κα­τά­στα­ση, ὅπου ἡ προ­σο­χὴ εἶναι μει­ω­μέ­νη. Αὐ­τὸ ἐν­τεί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅτι στε­ροῦνται ὅλο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ πλαί­σιο τῶν συνή­θων κοι­νω­νι­κῶν τους σχέ­σε­ων καὶ ἔ­χουν ἔλ­λει­ψη ὕ­πνου.

Τὴν κα­τά­στα­ση αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ τὴν χα­ρα­κτη­ρί­σει κα­νείς ὡς λή­θαρ­γο. Ἀπό τὴ στιγ­μὴ αὐ­τή ὁ προ­σή­λυ­τος ἀρ­χί­ζει νὰ χά­νει τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ πνεύ­μα­τος καὶ τῶν πρά­ξε­ών του, εἴ­τε με­ρι­κῶς, εἴ­τε γε­νι­κῶς. Ὁ ἔ­λεγ­χος αὐ­τὸς ἐ­ξα­σκεῖται τώ­ρα ἀ­πὸ τὴν ὁμάδα ἤ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον στὸν ὁποῖο ἔ­χει ἀ­να­τε­θεῖ ἡ εἰ­δι­κὴ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ ἐν λό­γῳ πρό­σω­πο. Αὐ­τὴ ἡ πε­ρί­ο­δος μυ­ή­σε­ως ὀ­νο­μά­ζε­ται ἐ­πί­σης πε­ρίο­δος «κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς πει­θοῦς» ἡ κα­τά­σταση ποὺ δέ­χε­ται ἀ­ναγ­κα­στι­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ή.

Ὅ­ταν τὸ θύ­μα φθά­σει σ’ αὐ­τὸ τὸ στά­διο μει­ω­μέ­νης προ­σο­χῆς καὶ ἀ­δυ­να­μί­ας νὰ δεχθεῖ ἄλ­λη ἐ­πιρ­ρο­ή, ἀρ­χί­ζει τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ προ­ση­λυ­τι­σμοῦ. Μπο­ρεῖ κα­νείς νὰ ὀ­νο­μά­σει ἐ­πί­σης ἔ­τσι τὴ με­ταρ­ρύθ­μι­ση τῆς σκέ­ψε­ως. Εἶναι πάν­τα ἕνα πρό­γραμ­μα ἀ­πίστευ­της ἐν­τά­σε­ως. Κα­τὰ τὸ δι­ά­στη­μα αὐ­τὸ ὅλες οἱ αἱρέ­σεις ἀρ­χί­ζουν τὴν πί­ε­ση γιὰ ἀ­ναμόρ­φω­ση τῆς σκέ­ψε­ως μὲ μί­α πί­ε­ση τῆς ὁμάδας. Τὸ φα­γη­τὸ ἀλ­λοι­ώ­νε­ται καὶ προ­στί­θενται στοι­χεῖ­α ἐκ­φο­βι­σμοῦ καὶ ἐ­νο­χῆς.

– Πρῶ­τα προ­σε­κτι­κὰ καὶ με­τὰ μὲ ἔμ­φα­ση μι­λοῦν γιὰ ὑ­περ­φυ­σι­κὲς πι­έ­σεις, τὶς ὁποῖες θὰ ὑ­πο­στοῦν στὸ μέλ­λον.

– Δί­νουν πο­λυ­ά­ριθ­μες ὑ­πο­σχέ­σεις εὐ­τυ­χί­ας καὶ ἀ­πο­λύ­τρω­σης.

– Παίρ­νουν ὡς δε­δο­μέ­νο, ὅ­τι ὁ κό­σμος θὰ τε­λει­ώ­σει σὲ λί­γο καὶ θὰ ὑ­πάρ­ξουν κα­τα­πλη­κτι­κὲς ἀν­τα­μοι­βὲς ἡ τρομα­κτι­κὲς τι­μω­ρί­ες γιὰ τοὺς πι­στοὺς καὶ τοὺς ἀ­πί­στους.

Με­σο­λα­βοῦν ἀ­πει­λὲς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἡ λι­γό­τε­ρο σα­φεῖς, ἀλ­λὰ αὐ­ξα­νό­με­νες, εἴ­τε ψυ­χο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως εἴ­τε φυ­σι­κῆς, κη­ρύγ­ματα ἀ­π’ ὅλες τὶς πλευ­ρές, συ­νε­χὴς ἐ­πί­βλε­ψη. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α δυ­να­τό­της γιὰ χω­ριστὸ τό­πο δι­α­μο­νής, εἴ­τε γιὰ τὸ πνεύ­μα εἴ­τε γιὰ τὸ σώ­μα, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὶς του­α­λέ­τες.

Ὅ­λες οἱ σχέ­σεις μὲ ἄλ­λα ἄ­το­μα εἶναι βά­σει κα­νό­νων καὶ πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται σ’ ἕναν ὁ­ρι­σμέ­νο τύ­πο. Δὲν ὑ­πάρ­χει θέ­ση γιὰ προ­σω­πι­κὲς ἰ­δι­αιτε­ρό­τη­τες. Τὰ θύ­μα­τα ἐ­ξω­θοῦν­ται ν’ ἀ­πο­χωρι­στοῦν τὸ συν­το­μώ­τε­ρο ὅλα ὅ­σα μέ­χρι στιγμῆς τοὺς ἦσαν οἰ­κεῖα, ὅλα τὰ πρό­σω­πα καὶ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σαν π. χ. γο­νεῖς, οἰ­κο­γέ­νεια, σπί­τι, πό­λη ποὺ κα­τοι­κοῦσαν κ. λπ. Τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦ­μα τους με­τα­φέ­ρονται σ’ ἕνα ἄ­γνω­στο πε­ρι­βάλ­λον.

Τοὺς εἶναι ὅλο καὶ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ ξα­να­χτί­σουν μέ­σα στὴ φαν­τα­σί­α τους ὅλα ὅσα ἔ­ζη­σαν λί­γο καιρὸ πρίν. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ δι­δα­σκα­λί­α τους ὑ­πο­δει­κνύ­ει, ὅ­τι οἱ φυ­σι­κοὶ τους γο­νεῖς ἐ­πη­ρε­ά­ζον­ται ἀ­πὸ τὸ Δι­ά­βο­λο, κι ἔ­τσι τὰ καθή­κον­τα τῶν γο­νέ­ων με­τα­βι­βά­ζον­ται στοὺς ἀρ­χη­γοὺς τῆς αἱ­ρέ­σε­ως. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ ἐ­πιστρέ­ψουν στὸ σπί­τι ἀν­τι­κα­θί­στα­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­κλει­στι­κὴ αὐ­θεν­τί­α τῆς αἱ­ρέ­σε­ως καὶ τῶν ἀρ­χη­γῶν της.

Ταυ­τό­χρο­να βλέ­που­με νὰ χά­νεται ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου, ἡ ἔν­νοι­α καὶ ἡ ἀ­ξί­α τῶν σπου­δῶν, τῆς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς ἐκ­παι­δεύ­σε­ως, ἡ χρη­σι­μό­της τῶν σπου­δῶν στὸ σχο­λεῖ­ο ἡ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἡ θε­με­λι­ώ­δης αὐ­τὴ ἀλ­λα­γὴ στὰ πι­στεύ­ω, στὶς σχέ­σεις, στὸν τρό­πο σκέ­ψε­ως, γί­νε­ται συ­νή­θως με­τὰ ἀ­πὸ πο­λὺ λί­γες ἡ­μέ­ρες ἤ με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες. Ἀ­πό τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ εἶναι προ­φα­νῶς ἀρ­κε­τὰ ἁ­πλὸ νὰ κρα­τή­σουν αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση πνεύ­μα­τος.

Ὅ­ταν ἀ­φή­σει κα­νείς τὸ δι­ά­στη­μα ζω­ῆς ποὺ τοῦ ἦταν οἰ­κεῖ­ο γιὰ χά­ρη μιᾶς νέ­ας κοινό­τη­τας πί­στε­ως, καὶ ὅ­ταν ἡ ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση ἐκ μέ­ρους τῆς και­νού­ργιας οἰ­κο­γέ­νειας καὶ οἱ νέ­ες ἑρ­μη­νεί­ες πά­νω στὴν ἀ­γά­πη συν­δέ­ον­ται μὲ τὴν ἄρ­νη­ση τῶν φυ­σι­κῶν γο­νέ­ων, τὸ ὑ­ποκεί­με­νο ὁδη­γεῖ­ται στὸ νὰ σκε­φθεῖ, ὅ­τι ὅλες αὐ­τὲς οἱ γέ­φυ­ρες μὲ τὸ πα­ρελ­θὸν ἔ­σπα­σαν καὶ ὅ­τι μό­λις ἔ­κα­νε κά­τι τὸ πο­λὺ θαρ­ρα­λέ­ο, δη­λα­δὴ ἕνα νέ­ο ξε­κί­νη­μα σ’ ἕνα και­νού­ργιο κό­σμο.

Σὲ με­ρι­κὲς αἱ­ρέ­σεις μα­θαί­νουν στὰ μέ­λη ἕνα ὁ­ρι­σμέ­νο ἀ­ριθ­μὸ τρα­γου­δι­ῶν καὶ ἀ­σκήσεις δι­α­λο­γι­σμοῦ, ὥ­στε ἂν συμ­βεῖ μιὰ ὁποια­δή­πο­τε ἐ­πί­θε­ση κα­τὰ τῆς πί­στε­ώς τους, μὲ τὴν ἄ­σκη­ση τῶν τε­χνι­κῶν αὐ­τῶν νὰ σω­πάσουν ὅλες οἱ σκέ­ψεις κι ὅλες οἱ ἀμ­φι­βο­λί­ες. Ἄλ­λοι εἶναι ἱ­κα­νοὶ νὰ ξα­να­πέ­σουν σὲ ληθαρ­γι­κὴ κα­τά­στα­ση ποὺ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ μει­ω­μέ­νη συ­νεί­δη­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει τὴ στιγ­μὴ ποὺ κά­ποι­ος δὲν συμ­φω­νεῖ μὲ τὴν πί­στη τους καὶ ἀμ­φι­βάλ­λει.

Σ’ αὐ­τὴ τὴν φά­ση ἀ­νέρ­χον­ται ἱ­ε­ραρ­χι­κὰ μέ­σα στὴν αἵ­ρε­ση καὶ γί­νον­ται εἴ­τε προ­ση­λυτι­στές, εἴ­τε συλ­λέ­κτες χρη­μά­των, εἴ­τε ἀ­κό­μη «βορ­βο­ρο­κα­θα­ρι­στές».

«Κα­τὰ τὴν γνώ­μη μου», ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὁ ψυ­χί­α­τρος J­o­hn C­l­a­rk, «τὸ τε­λευ­ταῖ­ο στά­διο τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης αὐ­τῆς το­πο­θε­τεῖται με­τά ἀ­πὸ 4-7 ἔ­τη. Θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νείς νὰ τὸ ὀ­νο­μά­σει ἐ­πα­να­στρο­φὴ διὰ τῆς πει­θοῦς τῶν αἱρέ­σεων ἢ ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ ἐ­πα­να­στρο­φή, πρᾶγ­μα ποὺ δὲν θὰ ἐ­πι­δέ­χε­το δι­όρ­θω­ση. Αὐ­τὸ θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νείς νὰ τὸ συγ­κρί­νει μὲ τὴν πε­ρί­πτω­ση μιᾶς σχι­ζο­φρέ­νειας ποὺ δὲν εἰ­σήχθη γιὰ θε­ρα­πεί­α, ἡ ὁποί­α, ἂν δὲν βο­η­θη­θεῖ σω­στά, γλι­στρά­ει μέ­σα σὲ μί­α ὑ­πο­βάθ­μι­ση τοῦ ἀ­τό­μου, ἡ ὁποί­α τε­λι­κὰ μπο­ρεῖ νὰ γί­νει μό­νι­μη κα­τά­στα­ση. Κα­θέ­νας ποὺ θὰ προ­σπα­θή­σει νὰ ἐ­πα­ναφέ­ρει ἕνα ἄ­το­μο ἀ­πὸ τὴν κα­τά­στα­ση αὐ­τή, ἀ­πὸ ἐ­πα­γω­γὴ σκέ­ψε­ως καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, θὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται ὡς ἐ­χθρός, ὅπως ἄλλω­στε τὸ γνω­ρί­ζου­με αὐ­τὸ στὸ χῶ­ρο τῶν ψυ­χι­κῶν ἀ­σθε­νει­ῶν. Σκέ­πτο­μαι καὶ ἐ­πα­ναλαμ­βά­νω ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά, ὅτι ἡ νέ­α αὐ­τὴ πνευ­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­ση τοῦ ἀ­τό­μου μπο­ρεῖ νὰ γί­νει μὴ ἀν­τι­στρε­φό­με­νη πιά» [Cultism: A Conference for Scholars and Policy Makers on Venedos Vingspreal Racine, Wisconsin, Sept. 9-11, 1985].

Πηγή: Περιοδικό Διάλογος, τεύχη 43 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2006), 45 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2006) και 46 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2006).

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: