Π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος : Μετενσάρκωση ή Ανάσταση; Ορθόδοξη θεώρηση του κακού.

29.01.2013

Θεμέλιο της μετενσάρκωσης.

Αν θελήσουμε να προσδιορίσουμε το θεμέλιο της μετενσάρκωσης, πρέπει να αναφερθούμε στο δόγμα, ότι κάθε άνθρωπος, κατά το εσώτατο είναι του, είναι αιώνιος και βρίσκεται κάτω από τον αιώνιο νόμο της αιτίας και του αποτελέσματος, που ονομάζεται κάρμα. Αυτός ο νόμος σπρώχνει τον άνθρωπο σε διαδοχικές γεννήσεις ύστερα από κάθε θάνατο. Βασική αιτία, που αποτελεί τρόπον τινά τα «καύσιμα» για τη συνεχή κίνηση του τροχού των θανάτων και των γεννήσεων είναι οι προσκολλήσεις και οι επιθυμίες του ανθρώπου σε συνάρτηση με την εξωτερική πραγματικότητα. Κάθε σκέψη, λόγος, πράξη, επιστρέφει και πάλι στον άνθρωπο κατά τη νέα σάρκωση. Η νέα ζωή του αποτελεί ζωντανή ταινία, και αυτός καλείται πλέον σαν τέλειος ηθοποιός να ξαναπαίξει αυτό το «δράμα» στη νέα οθόνη.

Κατά την αντίληψη αύτη, βασικός στόχος τίθεται το πέρασμα μέσα από όλες τις δοκιμασίες και τις εμπειρίες που αντιστοιχούν στο συσσωρευμένο κάρμα, και η προσπάθεια περιορισμού των δραστηριοτήτων και των προσκολλήσεων, ώστε να αποφευχθεί η συσσώρευση νέου κάρμα.

Τελικός σκοπός είναι η «απελευθέρωση» όχι μόνο από το θάνατο, αλλά και από τη ζωή.

Αντίθετα η «δυτική έκδοση» της μετενσάρκωσης βλέπει τη δοξασία αυτή ως δυνατότητα για καλύτερη, μελλοντική ζωή πάνω στη γη, ως πορεία που οδηγεί σε όλο και ανώτερες βαθμίδες εξέλιξης, μέχρι το επίπεδο του υπερανθρώπου.

Και οι δύο αντιλήψεις για τη μετενσάρκωση έχουν ως βάση τη ολιστική θεώρηση του κόσμου, που αποτελεί αντιχριστιανική κοσμοθεωρία.

Σύμφωνα με τη χριστιανική πίστη ο άνθρωπος δεν είναι άκτιστος και αιώνιος, αλλά κτίσμα. Όχι αποτέλεσμα της Ουσίας του Θεού, αλλά καρπός Θείας βούλησης και αγάπης. Στην Παλαιά Διαθήκη υπογραμμίζεται η διάκριση ανάμεσα στο Δημιουργό και στα δημιουργήματα, ανάμεσα στον άνθρωπο και στη λοιπή κτίση. Μόνο ο άνθρωπος είναι «κατ’ εικόνα Θεού»· η θέση του ανάμεσα στον κόσμο του Θεού είναι θέση εξουσίας, που σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού μεταφράζεται σε σχέση υπευθυνότητας και αγάπης από μέρους του ανθρώπου προς όλη τη δημιουργία του Θεού.

Δεν υπάρχει ενιαία «εξελικτική κλίμακα» ανάμεσα στον άνθρωπο και στα λοιπά όντα. Ο άνθρωπος ως «κατ’ εικόνα» του προσωπικού Θεού, που είναι κοινωνία προσώπων, δηλαδή ελευθερία και αγάπη, δεν προσδιορίζεται με βάση κάποιους τυφλούς νόμους, αλλά συμμετέχει ο ίδιος στον προσδιορισμό της πορείας του. Ακολουθώντας το σχέδιο του Θεού και το δρόμο του Θεού αναφορικά με την ανθρώπινη ύπαρξη και το νόημα της ζωής του, παραμένει στην κοινωνία μετά του Θεού και γίνεται μέτοχος της δωρεάς του Θεού.

Ο άνθρωπος εδημιουργήθη από την αρχή ως ψυχοσωματική ενότητα· το σώμα του δεν αξιολογείται αρνητικά, αλλά αποτελεί ευλογία. Γι’ αυτό η ελπίδα του ανθρώπου δεν είναι η «απελευθέρωση» από το σώμα, αλλά η ανάσταση, η αφθαρσία και αθανασία του σώματος.

Ερμηνευτικά αδιέξοδα.

Αν δεχθούμε την άποψη πως η ζωή μέσα στο σώμα αποτελεί πτώση και κατάσταση τιμωρίας, με σκοπό την παιδαγωγία της ψυχής, δημιουργούνται για τον πιστό, που δέχεται την αγία Γραφή ως θεία αποκάλυψη, ερμηνευτικά αδιέξοδα.

Η αγία Γραφή μας λέγει πως ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική ενότητα και του έδωσε την ευλογία Του και την εντολή να αυξηθεί και να πληθυνθεί και να «πληρώσει» όλη τη γη. Αν η ζωή αυτή μέσα στο σώμα είναι «κατάρα», ο Θεός δε θα ευλογούσε τον άνθρωπο. Δεν θα ήταν θέλημα Θεού να αυξηθεί και να πληθυνθεί ο άνθρωπος και να γεμίσει ο κόσμος από «καταραμένα» όντα.

Αν πάλι υποθέσουμε πως ο Αδάμ, σε μια κατάσταση προΰπαρξης αμάρτησε, και γι’ αυτό ενσαρκώθηκε, για να τιμωρηθεί και να παιδαγωγηθεί, τότε γιατί να γίνει το ίδιο και για τις άλλες ψυχές και πώς μπορούσαν οι πρωτόπλαστοι να «αυξηθούν» ως ψυχοσωματικές οντότητες, εκλαμβάνοντας μάλιστα την αύξηση αυτή ως ευλογία; Αν ο Αδάμ αμάρτησε, έπρεπε μόνο αυτός να ενσαρκωθεί και όχι όλοι οι άνθρωποι.

Αλλά η Γραφή αναφέρει πως ο Θεός έθεσε τον άνθρωπο στον παράδεισο και όχι σε κάποιο «κολαστήριο». Ο τόπος που ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο να κατοικήσει ήταν τόπος «τρυφής» και όχι τιμωρίας. Γι’ αυτό ο άνθρωπος καλείται να διακονήσει τον παράδεισο του Θεού, να τον διατηρήσει και όχι να εξουδετερώσει τη σχέση του μ’ αυτόν (Γέν. β’ 15).

Η αγία Γραφή υπογραμμίζει πως τιμωρία για τον άνθρωπο δεν είναι η ζωή μέσα στο σώμα, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ο Θεός προειδοποίησε τον άνθρωπο, ότι η βιολογική του ζωή θα τερματισθεί όταν αμαρτήσει και όχι όταν μείνει πιστός. Αν η ζωή αυτή ήταν αποτέλεσμα του «κάρμα» και αρνητικής στάσης του ανθρώπου στην κατάσταση του πνευματικού όντος, τότε έπρεπε οι αμαρτωλοί να ζουν και οι δίκαιοι να πεθαίνουν. Γιατί αυτή η ζωή θα ελογίζετο κατάρα και όχι η απαλλαγή από τη ζωή.

Άρνηση της εν Χριστώ σωτηρίας.

Το δόγμα του κάρμα και της μετενσάρκωσης ακυρώνει το μυστήριο της εν Χριστώ σωτηρίας.

Η σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού αποτελεί το θεμέλιο της Εκκλησίας και ταυτίζεται με το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου (Ματθ. ιστ’ 17-18. Α’ Τιμ. γ’ 16). Η «πρόσληψη» του όλου ανθρώπου, όχι μόνο της ψυχής, αλλά και του σώματος, αποτελεί φανέρωση της δόξας του Θεού (Ιω. α’ 14. Εβρ. α’ 1-3), δεν μπορεί να αξιολογηθεί αρνητικά. Όμως αυτό το θεμέλιο της σωτηρίας μας ακυρώνεται όταν δεχθούμε τις δοξασίες του κάρμα και της μετενσάρκωσης.

Ο Χριστός ενίκησε τον θάνατο, όχι με την απελευθέρωση από το σώμα, αλλά με την ανάσταση και την αφθαρσία του σώματος. Αυτή η αλλαγή στη ζωή του ανθρώπου δεν έρχεται με αλλεπάλληλες γεννήσεις και θανάτους, αλλά «σε μία στιγμή», κατά τη δευτέρα παρουσία του Χριστού. Για τον χριστιανό δεν υπάρχουν αλλεπάλληλες κρίσεις, που κάθε φορά προσδιορίζουν την «ποιότητα» μιας νέας ζωής, αλλά μία μόνη βιολογική ζωή και μία μόνη κρίση, που θα γίνει μπροστά στο βήμα του Κυρίου. Ενώπιον του αιώνιου Κριτού θα σταθεί ο άνθρωπος όχι μόνο ως ψυχή, αλλά και ως σώμα, για να δώσει λόγο για τις πράξεις του, που συντελέσθηκαν με όργανο αυτό το σώμα.

Αυτή την κατάσταση της «καινής κτίσεως», της αφθαρσίας, ζει ο χριστιανός ήδη από αυτή τη ζωή μέσα στη θεία ευχαριστία. Η διδαχή της μετενσάρκωσης, που αξιολογεί αρνητικά το σώμα, δεν ακυρώνει απλώς την εν Χριστώ ελπίδα του χριστιανού, αλλά και το νόημα της θείας λατρείας, το βασικό σκοπό της θείας ευχαριστίας.

Η παιδαγωγία απαιτεί συναίσθηση της ευθύνης.

Το δόγμα του κάρμα και της μετενσάρκωσης ερμηνεύει τις αρνητικές καταστάσεις της ζωής αυτής με πράξεις που πραγματοποιήθηκαν δήθεν σε προηγούμενη ζωή. Γι’ αυτές τις πράξεις καλείται ο άνθρωπος να τιμωρηθεί, για να απαλείψει το «κάρμα» και τις προσκολλήσεις του, με στόχο την ολοκληρωτική «απελευθέρωση».

Όμως ο άνθρωπος δεν έχει συναίσθηση του γεγονότος αυτού. Δεν θυμάται τις πράξεις αυτές, οι οποίες υποτίθεται πως τον «έσπρωξαν» σε νέα μετενσάρκωση και σ’ αυτές τις δυσχέρειες που υφίσταται τώρα. Δεν θυμάται να διέπραξε αυτές τις πράξεις, για τις οποίες δήθεν τιμωρείται. Όταν παραδεχθούμε πως ο άνθρωπος τιμωρείται για πράγματα που δεν είναι σε θέση να θυμηθεί, καταλύεται η έννοια της «παιδαγωγίας». Όταν δεν υπάρχει η μνήμη, η τιμωρία δεν έχει παιδαγωγικό νόημα. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα τυφλού νόμου, που όμως αποκλείει την ύπαρξη ενός Θεού, που κατευθύνει την πορεία της ιστορίας, που είναι κοινωνία προσώπων, δηλαδή ελευθερία και αγάπη.

«Ευαγγέλιο» του όφεως.

Κατά την χριστιανική πίστη ο άνθρωπος δεν είναι αυτόνομος. Είναι από τη φύση του «κατ’ εικόνα Θεού» και, επομένως, η κοινωνία και η αγάπη προσδιορίζει τη ζωή του ανθρώπου και ανταποκρίνεται στην πραγματική του φύση. Όμως ο άνθρωπος αυτονομήθηκε, ακολουθώντας τη συμβουλή του όφεως, δηλαδή «άλλο ευαγγέλιο«.

Η διδαχή του κάρμα και της μετενσάρκωσης είναι μία άλλη έκφραση του ίδιου «ευαγγελίου», όχι του ευαγγελίου της εν Χριστώ ελευθερίας και αγάπης.

Οι αλλαγές που συντελούνται στον άνθρωπο και οι «εξελίξεις», όπως εκλαμβάνονται από τους οπαδούς αυτού του δόγματος, πραγματοποιούνται χωρίς την επαφή με την απόλυτη ύπαρξη, χωρίς κοινωνία με ένα Θεό προσωπικό, που είναι αγάπη. Ο άνθρωπος αυτονομείται απόλυτα. Δεν έχει τη συναίσθηση της ύπαρξης ενός Θεού, που μπορεί να επέμβει στη ζωή του. Δεν αναζητά κάποιο θεό, έξω από τον εαυτό του. Όταν ευτυχεί, αποδίδει την ευτυχία του στον εαυτό του και αυτοεγκλωβίζεται σ’ αυτόν. Όταν δυστυχεί, οδηγείται σε παθητικότητα· δεν αναζητά διέξοδο, ούτε αποβλέπει στη βοήθεια κανενός, έξω από τον εαυτό του.

Ο πιστός του κάρμα και της μετενσάρκωσης βυθίζεται στη δυστυχία του και δεν ελπίζει. Δεν αναζητάει κανένα Θεό, ούτε κάποιον από τους πλησίον του. Οφείλει να δεχθεί παθητικά την κατάσταση του χωρίς «προσκόλληση». Δεν μπορεί να έχει την εμπειρία της πίστης και της ευγνωμοσύνης για την παρουσία του Θεού στη ζωή του. Ακόμη και αν μιλάει για «νόμο της χάρης» αποβλέπει σε μηχανιστικά και αυτόματα αποτελέσματα ενός τυφλού νόμου και γι’ αυτό καλείται να ενεργήσει χωρίς εσωτερική συμμετοχή, χωρίς «προσκόλληση», όπως λέγει. Όμως ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνία προσώπων. Γι’ αύτό και η απόλυτη μοναξιά στην οποία το δόγμα του κάρμα και της μετενσάρκωσης βυθίζει τον πιστό του, αποτελεί «παρά φύση» κατάσταση.

Αντίθετα ο χριστιανός πιστός δέχεται με ευγνωμοσύνη τις όποιες καταστάσεις στη ζωή και αναζητάει τη λύση έξω από τον εαυτό του. Αναζητάει το πρόσωπο του Θεού και την κοινωνία αγάπης με Αυτόν. Αυτό του δίνει βαθύτερο νόημα στη ζωή. Έχει τη συναίσθηση πως ο Θεός δεν τον εγκαταλείπει και βρίσκεται κοντά του, ακόμη κι αν αντιμετωπίζει αρνητικές καταστάσεις. Για τον πιστό οι θλίψεις και ο πόνος έχουν βαθύτερο νόημα. Δεν υπάρχουν γι’ αυτόν αμετάβλητες καταστάσεις στη ζωή, αμετάβλητη «μοίρα», που προσδιορίζεται από κάποιο τυφλό νόμο. Η προαίρεση του ανθρώπου και η χάρη του Θεού μπορούν να μεταβάλλουν το φρόνημα και τη ζωή του ανθρώπου. Ο χριστιανός δεν αντιμετωπίζει τίποτε με παθητικότητα, αλλά με υπευθυνότητα και με τη συναίσθηση της παρουσίας του Θεού στη ζωή του. Ο χριστιανός εγκατέλειψε οριστικά το δρόμο της αποστασίας και της αυτονομίας και ακολουθεί το δρόμο της εν Χριστώ «καινής κτίσεως», δηλαδή το δρόμο της ευγνωμοσύνης, της αγάπης και της ελπίδος.

Το δόγμα της προΰπαρξης της ψυχής και της μετενσάρκωσης καταδικάσθηκε από την «Εκκλησία ως εξωχριστιανική πίστη. Όμως υπάρχουν γκουρουιστικές, νεογνωστικές, θεοσοφικές, αποκρυφιστικές ομάδες, που υποστηρίζουν πως το δόγμα του κάρμα και της μετενσάρκωσης ήταν αναπόσπαστο μέρος της διδαχής του Χριστού και της πρώτης Εκκλησίας.

Οι απόψεις αυτές στηρίζονται σε αποκρυφιστικές πηγές και είναι αποτέλεσμα παραψυχολογικών και πνευματιστικών πρακτικών και «πειραμάτων». Είναι δηλαδή καρπός θρησκευτικών πεποιθήσεων του εξωχριστιανικού χώρου.

Οι αποκρυφιστές προβάλλουν παραδείγματα «μνήμης» και χρησιμοποιούν τεχνικές «αναδρομών«. Όμως εάν δεν πρόκειται για καταστάσεις που ερμηνεύονται κατ’ άλλο τρόπο ή και για περιπτώσεις συνειδητής απάτης, βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε «φαινόμενα» και «μαρτυρίες» που δεν έχουν επιστημονική, αλλά μόνο θρησκευτική αξία. Για να γίνουν αποδεκτές, πρέπει κανείς να εγκαταλείψει τον πνευματικό χώρο της χριστιανικής πίστης και να μετακινηθεί στο χώρο της ασιατικής πνευματικότητας.

Ακόμη και άνθρωποι από το χώρο του ορθόδοξου Ινδουισμού, που πιστεύουν στη μετενσάρκωση, αναφερόμενοι στα φαινόμενα της λεγόμενης «αυθόρμητης ανάμνησης» υπογραμμίζουν πως πρόκειται για «δαιμονοκατάληψη», δηλαδή για καταστάσεις δαιμονικές.

Δεν υπάρχει συνέχεια στη ζωή της προσωπικότητας

Οι οπαδοί της μετενσάρκωσης υποστηρίζουν πως στην πορεία προς την «απελευθέρωση» υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση στις «Κοσμικές σφαίρες» του πνευματικού κόσμου. Σ’ αυτή την κατάσταση, η προσωπικότητα της προηγούμενης ζωής διαλύεται και εξαφανίζεται πριν η ψυχή ξαναγεννηθεί σε νέο σώμα. Εάν όμως η ψυχή απορρίπτει τελείως την προηγούμενη γήϊνη προσωπικότητά της, τότε, όταν ξαναέλθει στη ζωή με νέα μετενσάρκωση, δεν πρόκειται για το ίδιο ον, αλλά για κάποιο άλλο.

Με τη μετενσάρκωση λοιπόν, δεν υπάρχει συνέχεια μεταξύ των διαδοχικών ζωών. Η καταστροφή και διάλυση της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου μετά το θάνατο δεν διαφέρει και πολύ από την αθεϊστική αντίληψη για την εξαφάνιση του ανθρώπου. Στην πραγματικότητα το μόνο πράγμα που μετενσαρκώνεται είναι το κάρμα που διασπάται από το σώμα. Η αντίληψη αυτή έχει σαν συνέπεια ότι το ον, που λαμβάνει ένα νέο σώμα, δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει καμμία μνήμη προηγούμενης ύπαρξης, ώστε να μπορέσει να προβεί σε διόρθωση της ζωής του και στην τελειοποίηση κατά τις επόμενες ζωές.

Επομένως, μπορεί μεν «προς στιγμήν» η θεωρία της μετενσάρκωσης να ικανοποιεί μερικούς, προσφέροντας κάποια εξήγηση της αδικίας και της ανισότητας, αλλά δεν λύει ουσιαστικά το πρόβλημα, αφού η προσωπικότητα του ανθρώπου διαλύεται και το ον που ενσαρκώνεται δεν έχει την απαραίτητη μνήμη των εγκλημάτων για τα οποία καλείται να πληρώσει. Ο M.Albrecht φέρνει για παράδειγμα την περίπτωση του Ιωσήφ Στάλιν. Η μετενσάρκωση του δικτάτορα αυτού θα μπορούσε να υποφέρει για τα τρομερά εγκλήματα του Στάλιν, χωρίς να έχει καμία ανάμνηση, που να του δείχνει πως όντως είναι ο Ιωσήφ Στάλιν. Αλλωστε δεν φαίνεται πως είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί η «εξέλιξη» της νέας μετενσάρκωσης του Στάλιν· θα μπορούσε κάλλιστα να αυξήσει το «κακό κάρμα», αντί να ζήσει μία ζωή που θα τον οδηγούσε σε «εξέλιξη» σε μια νέα μετενσάρκωση.

Αλλά αφού η προσωπικότητα διαλύεται και δεν υπάρχει οντολογική σύνδεση ανάμεσα στα δύο όντα, η δυνατότητα της «άλλης ευκαιρίας» αποδεικνύεται ανεδαφική.

Το «κοσμικό παιχνίδι»

Κατά την άποψη της Θεοσοφικής Εταιρίας η πίστη στη Θεία Πρόνοια οδηγεί την Εκκλησία στην ερήμωση. Για να ξανακερδίσει το χαμένο έδαφος, η χριστιανική Εκκλησία, πρέπει να αντικαταστήσει αυτή την πίστη με τη δοξασία του κάρμα και της μετενσάρκωσης, που ικανοποιεί πλήρως την εξελιγμένη διάνοια του σύγχρονου ανθρώπου, υποστηρίζει ο Cooper.

Όμως η δοξασία αυτή αποτελεί θρησκευτική πεποίθηση, που «ξεπερνάει» κάθε δυνατότητα κατοχύρωσής της στην ανθρώπινη διάνοια. Αυτό γίνεται αποδεκτό στο χώρο των γκουρουιστικών – αποκρυφιστικών ομάδων που κηρύττουν την μετενσάρκωση ως «λύση-κλειδί» για τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου και του κόσμου.

Ο Δάσκαλος της «Αρμονικής Ζωής«, ακολουθώντας τα βήματα του γκουρού Σάι Μπάμπα, αναφερόμενος στη «δημιουργία του σύμπαντος» και στην «εμπλοκή» της ψυχής σε καρμικές σχέσεις και «τάσεις» γράφει:

«Πώς άρχισε αυτό το κοσμικό παιχνίδι; Πώς και γιατί άρχισε να αναπτύσσεται η πρώτη εντύπωση ή τάση;». «Η γένεση του σύμπαντος υπήρξε μία ερώτηση που παρέσυρε πάντα το νου του ανθρώπου σε συλλογισμούς, από τότε που υπάρχει πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη» (Ρόμπερτ Νάτζεμυ, Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 147. 94).

Ο Νάτζεμυ αναφέρεται στις διάφορες θρησκευτικές ομάδες, που η καθεμιά «προσφέρει τις δικές της ιστορίες για τη δημιουργία», οι οποίες όμως είναι «πέρα από την ικανότητα της περιορισμένης αντίληψης του νου του ανθρώπου» (Οικουμενική φιλοσοφία, σ.94). Ο Δάσκαλος της «Αρμονικής ζωής» προβάλλει ως δική του απάντηση τη δοξασία της μετενσάρκωσης:

«Η ιδέα είναι ότι το πνεύμα διαχωρίστηκε για κάποιο λόγο από την τέλεια και αιώνια κατάσταση ενότητας με τον Θεό και περνάει την εμπειρία της ζωής στον υλικό κόσμο». Η «προβολή» του πνεύματος στο πεδίο της γης, δηλαδή η «ενσωματωμένη ψυχή, χάνει τη συνειδητότητα αυτής της θεϊκής κατάστασης. Η ψυχή τότε αρχίζει να έχει εμπειρίες και να πειραματίζεται εισχωρώντας σε υλικούς φορείς. Στην αρχή η ψυχή μπορούσε να ενσωματωθεί μόνο σε πολύ απλοϊκούς φορείς, όπως είναι οι μονοκύτταροι οργανισμοί σαν την αμοιβάδα. Με τον καιρό καθώς η ψυχή είχε όλο και περισσότερο επαφή με τον υλικό κόσμο με την γέννηση και τον θάνατο αυτών των διαφόρων απλών μορφών ζωής, μεταχειρίζεται σταδιακά όλο και πιο εξελιγμένους υλικούς φορείς, όπως είναι τα φυτά, τα ψάρια, τα έντομα, τα ζώα, τα ανθρωποειδή και τελικά οι άνθρωποι». (Ρόμπερτ Νάτζεμυ, Ο μυστικός κύκλος της ζωής, σ. 171-172).

Πώς είναι δυνατόν η ψυχή, που αποτελεί «προβολή» ή «αντανάκλαση» του Απολύτου, να χάσει τη συνειδητότητα της θεϊκής της κατάστασης και να αρχίσει την περιπλάνηση στον υλικό κόσμο, για να αποκτήσει κάτι που προφανώς δεν είχε, την εμπειρία της ύλης; Πώς ήταν δυνατόν να «παγιδευτεί» μέσα στην ύλη το τέλειο Πνεύμα; Πώς και γιατί έπρεπε να ενσαρκωθεί πρώτα σε «κατώτερους φορείς», όπως είναι η αμοιβάδα, προκειμένου να αρχίσει στη συνέχεια την «εξελικτική πορεία» προς τα πάνω; Δεν θα ήταν πιο «φυσικό» να περάσει με αντίστροφη φορά προς τα κάτω, από εκδηλωμένο πνεύμα να ενσωματωθεί στον φορέα άνθρωπος και ύστερα να πέσει πιο κάτω, να γίνει ανθρωποειδές, ζώο, ψάρι, φυτό, αμοιβάδα, ορυκτό, μια και «θέλησε» να αποκτήσει την εμπειρία σ’ όλα τα επίπεδα της ύλης;

Βλέπουμε πως η δοξασία της μετενσάρκωσης δεν ικανοποιεί καθόλου τον «εξελιγμένο νου του σύγχρονου ανθρώπου». Σ’ αυτό συμφωνεί και ο Ρόμπερτ Νάτζεμυ. Γράφει:

«Επειδή η εννοιολογική μας ικανότητα και φρασεολογία είναι περιορισμένες από γενικές ιδέες που έχουμε για το χρόνο και το χώρο, δεν υπάρχει τρόπος να μπορέσουμε να καταλάβουμε την τελική αλήθεια, σχετικά με τη δημιουργία, με λέξεις ή με την κοινή λογική. Η απάντηση σ’ αυτήν την ερώτηση βρίσκεται μέσα στον ανώτερο νου, που είναι ικανός να πάει πέρα από το χρόνο και το χώρο και να κατανοήσει την απάντηση μέσα από την άμεση εμπειρία της διαδικασίας της ίδιας της δημιουργίας. Αυτή η απάντηση είναι φυσικά μη μεταδόσιμη, καθώς η γλώσσα μας δεν προσφέρει την απαραίτητη ορολογία» (Ρ. Νάτζεμυ, Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 95).

Ο «νους» ανήκει στον «κόσμο του δυαδισμού«, λέγει ο Νάτζεμυ. Για να φθάσουμε λοιπόν στην «εμπειρική» απάντηση στο πρόβλημα της δημιουργίας, πρέπει να «υπερβούμε» τον κόσμο «του δυαδισμού«. Αλλά κι αν έχει κανείς «την εμπειρία μιας τέτοιας απάντησης, δεν είναι δυνατόν να την μεταδώσει, γιατί είναι πέρα από τον κόσμο του δυαδισμού και επομένως πέρα από την αντίληψη του νου. Ας δεχθούμε λοιπόν πως άρχισε κατά κάποιον τρόπο….» (Ρ. Νάτζεμυ, Ο μυστικός κύκλος της ζωής, σ. 245).

Αυτό που η «Αρμονική Ζωή» προσφέρει ως απάντηση στο πρόβλημα του πώς αναπτύχθηκε η «πρώτη εντύπωση ή τάση» (κάρμα), και του πώς η ψυχή έχασε τη «συνειδητότητα της θεϊκής κατάστασης«, αποτελεί θρησκευτική άποψη, που κινείται στο χώρο της ασιατικής αντίληψης, σε εξωχριστιανικό χώρο. Ιδού πώς διατυπώνεται αυτή η θρησκευτική άποψη:

«Η προσέγγιση της οικουμενικής φιλοσοφίας είναι πως η δημιουργία δεν είναι μια διαδικασία που έχει γίνει εκατομμύρια χρόνια πριν, αλλά μια διαδικασία που θα συμβαίνει αιώνια σε κάθε δευτερόλεπτο… Δηλώνει την ύπαρξη μιας κενότητας, μιας ατέλειωτης, μη υλικής, αμετάβλητης, ανεκδήλωτης Πραγματικότητας, απ’ όπου η δημιουργία προβάλλεται διαρκώς σα μια εικόνα που αντανακλάται πάνω σε μια οθόνη από μια μηχανή προβολής» (Ρ. Νάτζεμυ, Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 95).

Παρόμοια θρησκευτική προσέγγιση επιχειρεί και ο λεγόμενος «Εσωτερικός Χριστιανισμός«.

Σύμφωνα με την «Εσωτερική Ορθοδοξία» του Μπόρις Μουράβιεφ «η ορθόδοξη παράδοση διδάσκει ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε με μια θυσία του Θεού…. Η θυσία είναι ο προορισμός του Εγώ με την εκδήλωση». «Η ζωή μέσα στο Σύμπαν δεν είναι παρά μια αιώνια διαδικασία δημιουργίας σε όλους τους τομείς, σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις βαθμίδες» (Μπόρις Μουράβιεφ, Γνώση, Α’ κύκλος, Εξωτερικός, σ. 139. 146).

Ο Δ. Δώριζας του «Εσωτερικού Χριστιανισμού» το διατυπώνει αυτό αναφερόμενος στο σκοπό της ζωής του ανθρώπου: «Θα μπορείς να διαχέεσαι το ίδιο μέσα στις μορφές και μέσα στην Άμορφη και Ανεκδήλωτη Ουσία, που υπάρχει και διέπει τα Άπειρα Σύμπαντα. Σκοπός και προορισμός να καταστείς Εκπνοή, και εκπνοή είναι ο Λόγος. Και ο Λόγος είναι Ροή, που ανακυκλίζεται συνεχώς και αέναα παλμοδοτείται ταυτόχρονα με μία κίνηση και δονήσεις τόσο ταχύρρυθμες, που μοιάζει σαν να μην πάλλεται, σαν να μην δονείται. Όταν καταστείς Εκπνοή, ο Λόγος, η Άπειρη Ροή του Σύμπαντος, θα απορροφηθείς μέσα στο Άμορφο, ενοποιούμενος με το Άμορφο, χωρίς όμως να χάσεις τη δυνατότητα να εκδηλώνεσαι με τρόπους Άπειρους…» (Δ. Δώριζα, 2001, σ. 84)

Οι δοξασίες αυτές κινούνται έξω από το χώρο της χριστιανικής πίστης, είναι αντιχριστιανικές διδασκαλίες, που προβάλλουν τον απόλυτο μονισμό και την κυκλική θεώρηση της ιστορίας, δηλαδή ένα «κοσμικό παιχνίδι» χωρίς κανένα νόημα:

«Παρόλο που αυτή η υλική δημιουργία βρίσκεται σε μια συνεχή ρυθμική διαδικασία δημιουργίας και καταστροφής, η Απόλυτη Πραγματικότητα δεν μπορεί να δημιουργηθεί ούτε να καταστραφεί… Αλλά η δημιουργία εναλλάσσεται ανάμεσα στην διεύρυνση προς μια εκδήλωση και τη συστολή πίσω προς μια ανεκδήλωτη, σε προσωρινή αδράνεια, κατάσταση. Ακριβώς όπως έχουμε τους ρυθμικούς κύκλους μέρας και νύχτας, καλοκαιριού και χειμώνα, έχουμε τους κύκλους δημιουργίας και ξαναπορρόφησης του σύμπαντος πίσω στο Ανεκδήλωτο» (Ρ. Νάτζεμυ, Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 95).

Αυτό το ατέλειωτο «κοσμικό παιχνίδι» της συνεχούς εναλλαγής ανάμεσα στη «διεύρυνση προς μια εκδήλωση» και στη «συστολή πίσω προς μια ανεκδήλωτη, σε προσωρινή κατάσταση αδράνειας», η συνεχής ανακύκληση των πάντων, δεν είναι δυνατόν να μας προσφέρει ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα για ένα βαθύτερο νόημα της ζωής. Είναι θρησκευτική άποψη που δεν προσφέρει λύσεις, άλλα οδηγεί σε αδιέξοδα. Βυθίζει τον άνθρωπο σε απέραντη μοναξιά.

Ο άνθρωπος, με βάση αυτή την αντίληψη, είναι πράγματι καταδικασμένος σε μοναξιά. Εγκαταλείπεται στο «πεπρωμένο» του αβοήθητος. Κανένας δεν μπορεί να αλλάξει τη μοίρα του, ουτε ο ίδιος, ουτε ένας άλλος άνθρωπος, ουτε και ο Θεός. Την Θεία αγάπη και την Θεία πρόνοια την αντικατέστησε με καρμικούς σχεδιασμούς, που προσδιορίζουν τα γεγονότα της ζωής του όπως τα επεισόδια μιας κινηματογραφικής ταινίας, που προβάλλεται από μία μηχανή πάνω σε μία οθόνη. Αυτό που είναι γραμμένο πάνω στην ταινία θα προβληθεί τελικά, ανεξάρτητα από το πόσο φιλάνθρωπες ή πόσο φρικιαστικές είναι οι σκηνές του «έργου» που παίζεται σε κάθε ζωή.

Κατά την αντίληψη των δασκάλων της μετενσάρκωσης, δεν πρέπει ούτε καν να προσπαθήσει κανείς ν’ αλλάξει το «σενάριο» της ζωής του. «Αλλά κι αν το προσπαθούσε, θα ήταν μάταιος κόπος, αφού η «ταινία» θα παιχθεί έτσι κι αλλιώς. Αυτό που καλείται κανείς να κάνει, είναι «να παίξει το ρόλο του», χωρίς «ταύτιση» και χωρίς «προσκόλληση». Δεν έχει σημασία ποιος είναι αυτός ο ρόλος, αν είναι ρόλος ληστού ή ληστευομένου, εγκληματία ή θύματος!

Η συμπεριφορά των άλλων απέναντί του είναι κι αυτή αποτέλεσμα «καρμικών προδιαγραφών». Το ίδιο και οι σχέσεις που δημιουργούνται με βάση τη συγγένεια, το σχολείο, το επάγγελμα. Οι «ρόλοι» αλλάζουν συνεχώς από ζωή σε ζωή. Στη μια ζωή είναι κανείς μητέρα, στην άλλη πατέρας, στην επόμενη σύζυγος, σε κάποια άλλη τον τυραννούν, τον βασανίζουν, τον αδικούν, τον ληστεύουν, τον οδηγούν στην εξαθλίωση και στο θάνατο. Σε καμμιά περίπτωση δεν υπάρχει το στοιχείο της ευθύνης για τον συνάνθρωπο ή η έννοια της αδικίας. Δεν υπάρχει Θεός-νομοθέτης, που θεσπίζει ηθικούς νόμους και καλεί τον άνθρωπο να ακολουθήσει το δρόμο του Θεού, που θα τον οδηγήσει στην εκπλήρωση του νοήματος της ζωής του ανθρώπου, σύμφωνα με την βούληση του Θεού. Ο άνθρωπος υπόκειται μόνο στον τυφλό νόμο του κάρμα και δεν θα δώσει λόγο σε κανένα για τις όποιες πράξεις του. Είναι βυθισμένος σε απόλυτη μοναξιά.

Αυτό που έχει σημασία δεν είναι τι κάνει κανείς, αλλά το αν το κάνει με «προσκόλληση» ή χωρίς να ταυτίζεται μ’ αυτό που κάνει. Δεν έχει σημασία αν αυτό που κάνει θεωρείται καλό ή κακό, αλλά αν ο ίδιος θεωρεί πως τον βοηθάει στην ευτυχία και στην «εξέλιξη«. «Εκείνο που έχει σημασία είναι να διακρίνουμε τι είναι ωφέλιμο για την εξέλιξή μας και να μην μπλεκόμαστε με ιδέες όπως αμαρτία και ενοχή» (Νάτζεμυ, Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 196). Για τους δασκάλους του απόλυτου μονισμού κάθε πράξη, ανεξάρτητα αν λογίζεται καλή ή κακή, «είναι εξίσου μια εκδήλωση της μιας οικουμενικής συνειδητότητας και άρα δικαιούται τον ίδιο σεβασμό και αγάπη, ανεξάρτητα από το τι κάνει ή δεν κάνει στα εξωτερικά επίπεδα» (Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 74).

Αν κάποιος είναι δυνατός, και θεωρήσει «χρήσιμο» να καταδυναστεύσει κάποιον αδύνατο, μπορεί να το κάνει, «χωρίς προσκόλληση». Αν ένας άλλος είναι αδύνατος και καταδυναστεύεται, πρέπει και εκείνος να υπομείνει «χωρίς προσκόλληση» ή «ταύτιση«. Και οι δυο δικαιούνται τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αγάπη, ανεξάρτητα αν καταδυναστεύουν ή καταδυναστεύονται. Κανένας δεν αδικεί κανένα. Αυτοί που έχουν διαφορετική αντίληψη, κινούνται στο επίπεδο της «δυαδικότητας» και βρίσκονται σε χαμηλό εξελικτικό επίπεδο. Αυτό είναι το θεωρητικό θεμέλιο της ηθικής με βάση τη μετενσάρκωση.

Αδικία δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Εκείνοι που μας «αδικούν», όπως εμείς νομίζουμε, είναι μόνο οι φορείς των πράξεων που, σύμφωνα με το «σενάριο» της δικής μας ταινίας ζωής, πρέπει να συμβούν, για χάρη της δικής μας εξέλιξης! Αν τις υπομείνουμε χωρίς διαμαρτυρία, θα έχουμε μάθει το «μάθημά» μας και σε μια επόμενη ζωή θα προχωρήσουμε στην εξέλιξη! (αυτοεξέλιξη).

Γίνεται φανερό πως η δοξασία του κάρμα και της μετενσάρκωσης δεν οδηγεί στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου, αλλά στην εξουδετέρωση της, δεν καλλιεργεί τις σχέσεις αμοιβαίας ευθύνης και αγάπης ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά τον ατέρμονα εγωκεντρισμό. Η πίστη αυτή δεν γνωρίζει έλεος και απειλεί τα θεμέλια ολόκληρης της κοινωνίας και του πολιτισμού μας.

Η δοξασία του κάρμα και της μετενσάρκωσης σημαίνει αντιστροφή στην αξιολόγηση της κοινωνίας μας. Κάθε μορφή κοινωνικότητας αξιολογείται αρνητικά, γιατί στόχος δεν είναι η ανάπτυξη της κοινωνίας σε όλες τις εκδηλώσεις της, αλλά η αποχή από κάθε ενεργό και ουσιαστική συμμετοχή στις κοινωνικές σχέσεις. Κάθε τέτοια συμμετοχή και σχέση, θεωρείται «ταύτιση« ή «προσκόλληση«, που δημιουργεί «κάρμα«, και οδηγεί τον άνθρωπο στην πρόσδεση στον ατέλειωτο τροχό της Samsara, στον συνεχή «βασανισμό» των αλλεπάλληλων γεννήσεων και θανάτων. Αυτό το «κοσμικό παιχνίδι», στο οποίο συμμετέχει και ο άνθρωπος δεν έχει απολύτως κανένα νόημα.

Κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να κάνει τη θρησκευτική του επιλογή. Να κρατήσει την πίστη του στην ανάσταση και στην εν Χριστώ ελπίδα ή να γίνει οπαδός της μετενσάρκωσης. Όμως η επιλογή αυτή πρέπει να γίνει ελεύθερα. Γι’ αυτό πρέπει να γνωρίζει πως τα δύο αυτά είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους. Δεν μπορεί κανείς να πιστεύει στη μετενσάρκωση χωρίς να αρνηθεί την ελπίδα της αναστάσεως. Δεν μπορεί να πει, «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος», και ταυτόχρονα να ομολογήσει πίστη στο κάρμα και στη μετενσάρκωση.

Το να κηρύττονται αυτές οι δοξασίες ως χριστιανικές, με χριστιανικούς όρους και με τη χρήση της αγίας Γραφής, είναι οικτρή πλάνη, αν βέβαια αυτό δεν γίνεται σκόπιμα, οπότε αποτελεί ανεντιμότητα. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, αυτό φέρει σύγχυση και εμποδίζει ανύποπτους ανθρώπους στην ελεύθερη επιλογή τους.

Αν κανείς θέλει να επιλέξει την πίστη στη μετενσάρκωση, πρέπει προηγουμένως να γνωρίζει πως εκτός από το ότι ο δρόμος αυτός είναι αντιχριστιανικός, δεν οδηγείται σε «καλύτερη ζωή» ή στην «ανάπτυξη των δυνατοτήτων του ανθρώπου». Γιατί τελικός σκοπός, σύμφωνα με τη δοξασία του κάρμα και της μετενσάρκωσης δεν είναι μια καλύτερη ζωή, αλλά η εξουδετέρωση της ζωής, η «απορρόφηση» σε μια απρόσωπη «Συμπαντική Πραγματικότητα».

Αντίθετα, η χριστιανική πίστη, σύμφωνα με την οποία ο Θεός, από αγάπη, εδημιούργησε τον κόσμο και έπλασε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν», όχι ως αποτέλεσμα της Θείας Του ουσίας, αλλά της θεϊκής Του προαίρεσης και ελευθερίας, προσφέρει απάντηση στο ερώτημα της δημιουργίας και βαθύτερο νόημα στη ζωή του ανθρώπου. Το νόημα αυτό δεν «τελειώνει» με μια «απορρόφηση» του ανθρώπου στην «Συμπαντική Ουσία«, αλλά με την μετοχή του στη ζωή του Θεού «εν Χριστώ Ιησού», με την αιώνια κοινωνία αγάπης μετά του Τριαδικού Θεού (περισσότερα βλ. στο βιβλίο μας «Η Ορθόδοξη Εκκλησία. Πίστη-Λατρεία-Ζωή», Πρέβεζα 1991).

http://www.impantokratoros.gr/dogma-metensarkosh.el.aspx

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: